Η δημόσια συζήτηση για τα fake news και τη διαδικτυακή τοξικότητα έχει ανοίξει ξανά στην Ελλάδα.

Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, ακόμη και διεθνείς οργανισμοί μιλούν για το πρόβλημα της παραπληροφόρησης. Ανάμεσα σε όσους σπεύδουν να εμφανιστούν ως υπερασπιστές της «αλήθειας» βρίσκεται και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Το παράδοξο είναι προφανές: το κόμμα που κατηγορήθηκε όσο κανένα άλλο για την καλλιέργεια στρατών ανώνυμων λογαριασμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σήμερα επιχειρεί να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της διαφάνειας. Η πολιτική μνήμη, όμως, δεν είναι τόσο κοντή όσο θα ήθελαν ορισμένοι.

Τα εργοστάσια τοξικότητας
Από τα πρώτα χρόνια της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, το ελληνικό Διαδίκτυο γέμισε με εκατοντάδες λογαριασμούς που λειτουργούσαν με κοινή γραμμή. Ανώνυμα προφίλ, ψευδώνυμα, φωτογραφίες προφίλ χωρίς ταυτότητα και ένας κοινός στόχος: επιθέσεις σε πολιτικούς αντιπάλους, δημοσιογράφους και θεσμούς.

Οι λογαριασμοί αυτοί δεν περιορίζονταν σε πολιτική κριτική. Η δράση τους συχνά περιλάμβανε συκοφαντίες, διαστρέβλωση δηλώσεων, κατασκευή ψευδών ειδήσεων και συντονισμένες εκστρατείες λάσπης. Κάθε φορά που ένα θέμα έπρεπε να «φουσκώσει», εμφανιζόταν ξαφνικά ένα κύμα αναρτήσεων με το ίδιο αφήγημα.

Το μοτίβο επαναλαμβανόταν σχεδόν μηχανικά: πρώτα, μια ανώνυμη «αποκάλυψη» σε κάποιον λογαριασμό. Έπειτα, δεκάδες αναπαραγωγές από παρόμοια προφίλ. Και τέλος, η μεταφορά της «είδησης» σε φιλικά μέσα ή σε κομματικές δηλώσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα τοξικό ψηφιακό περιβάλλον όπου η αλήθεια συχνά χανόταν μέσα στον θόρυβο.

Η κουλτούρα αυτή δεν γεννήθηκε τυχαία. Στα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η έννοια του «αντισυστημισμού» μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής στρατηγικής. Ο δημόσιος διάλογος φορτίστηκε με μια ρητορική μόνιμης σύγκρουσης, όπου όποιος διαφωνούσε με το κυβερνητικό αφήγημα βαφτιζόταν «εχθρός του λαού».

Σε αυτό το κλίμα, τα διαδικτυακά τρολ βρήκαν πρόσφορο έδαφος. Δεν λειτουργούσαν απλώς ως μεμονωμένοι σχολιαστές. Δημιούργησαν ένα δίκτυο ψηφιακής πίεσης, με επιθέσεις που συχνά είχαν ξεκάθαρο πολιτικό προσανατολισμό.

Δημοσιογράφοι που ασκούσαν κριτική στο κυβερνητικό έργο γίνονταν στόχος προσωπικών επιθέσεων. Υπουργοί της σημερινής κυβέρνησης δέχονταν κύματα ύβρεων και συκοφαντιών. Κάθε θέμα μετατρεπόταν σε πεδίο διαδικτυακής σύγκρουσης.
Η στρατηγική ήταν απλή: δημιουργία θορύβου, καλλιέργεια δυσπιστίας και τελικά πολιτική φθορά του αντιπάλου.

Τα τελευταία χρόνια, το φαινόμενο των ψευδών ειδήσεων έχει λάβει διεθνείς διαστάσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, κυβερνήσεις και μεγάλοι οργανισμοί προσπαθούν να περιορίσουν τη διάδοση της παραπληροφόρησης, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο που δημιουργεί για τη δημοκρατία.

Στην Ελλάδα, όμως, η συζήτηση αυτή έχει και πολιτική διάσταση. Γιατί πολλές από τις πιο χαρακτηριστικές καμπάνιες παραπληροφόρησης στα κοινωνικά δίκτυα είχαν σαφή κομματική κατεύθυνση.

Θεωρίες συνωμοσίας, διαστρεβλωμένες πληροφορίες και κατασκευασμένες «αποκαλύψεις» χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα για να δημιουργηθεί κλίμα αμφισβήτησης για τους θεσμούς και κυρίως για τη Δικαιοσύνη. Η τακτική αυτή δεν αποσκοπούσε στην ενημέρωση των πολιτών, αλλά στη δημιουργία πολιτικής έντασης.

Το παράδοξο είναι ότι σήμερα οι ίδιοι πολιτικοί χώροι που επωφελήθηκαν από αυτήν τη στρατηγική εμφανίζονται ως υπερασπιστές της ποιότητας του δημόσιου λόγου.

Η κοινωνία απέναντι στη λάσπη
Η Ελλάδα του 2026 βρίσκεται σε διαφορετική φάση. Η κοινωνία έχει κουραστεί από την τοξικότητα και τις θεωρίες συνωμοσίας. Οι πολίτες ζητούν σοβαρότητα, θεσμική λειτουργία και υπεύθυνη πολιτική στάση.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει επιλέξει μια διαφορετική γραμμή. Αντί για τον θόρυβο των κοινωνικών δικτύων, δίνει έμφαση σε μεταρρυθμίσεις, οικονομική ανάπτυξη και διεθνή αξιοπιστία της χώρας. Η σύγκριση με το παρελθόν είναι εμφανής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μάχη κατά της παραπληροφόρησης έχει κερδηθεί. Τα τρολ εξακολουθούν να υπάρχουν και να δρουν. Όμως η επιρροή τους μειώνεται όσο η κοινωνία αναπτύσσει κριτική σκέψη και όσο οι πολίτες μαθαίνουν να ξεχωρίζουν την πραγματική ενημέρωση από την ψηφιακή προπαγάνδα.

Γιατί στο τέλος της ημέρας η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο στις κάλπες. Κρίνεται και στο πεδίο της ενημέρωσης. Και εκεί η αλήθεια, όσο κι αν την πολεμούν στρατοί ανώνυμων λογαριασμών, έχει ένα πλεονέκτημα: αργεί, αλλά στο τέλος επιβάλλεται.