Η προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να ψαρέψει σε «θολά νερά» τον έχει αναγκάσει να υιοθετήσει δεξιό έως και εθνικιστικό λόγο.
Η πρόσφατη παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη και την Κοζάνη προκάλεσε έντονες συζητήσεις στον χώρο των πολιτικών αναλυτών αφού, σύμφωνα με αρκετούς απ’ αυτούς, η φρασεολογία που χρησιμοποίησε ο πρώην πρωθυπουργός, όχι μόνο σε αυτήν την ομιλία αλλά και σε παρεμβάσεις του το τελευταίο διάστημα για τα εθνικά ζητήματα και τις διεθνείς εξελίξεις, φαίνεται να αποκλίνει από τη γνωστή ρητορική της παραδοσιακής Αριστεράς.
Αντίθετα, όπως σημειώνουν, παρουσιάζει ομοιότητες με λόγο που στο παρελθόν συνδέθηκε με τον πρώην συγκυβερνήτη του Πάνο Καμμένο, αλλά και με τη σημερινή ρητορική του προέδρου της Ελληνικής Λύσης, Κυριάκου Βελόπουλου.
Οι παρατηρήσεις αυτές δεν αφορούν μόνο την επιλογή λέξεων ή εκφράσεων, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται σύνθετα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και διεθνών σχέσεων.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι σε αρκετές περιπτώσεις η προσέγγιση του κ. Τσίπρα χαρακτηρίζεται από υπεραπλουστεύσεις, οι οποίες, κατά την εκτίμησή τους, υπηρετούν μικροπολιτικές ανάγκες. Με άλλα λόγια, υποστηρίζουν ότι η πολυπλοκότητα της διεθνούς σκηνής συχνά αποδίδεται με όρους που θυμίζουν περισσότερο λαϊκιστική πολιτική αντιπαράθεση, παρά ψύχραιμη γεωπολιτική ανάλυση.
Η διεθνής πραγματικότητα, όπως τονίζουν οι ίδιοι παρατηρητές, βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή. Η Ευρώπη, η Μέση Ανατολή και το ευρύτερο διεθνές σύστημα βιώνουν μια περίοδο έντονης κινητικότητας και ανακατατάξεων. Σε αυτό το περιβάλλον, η εξωτερική πολιτική κάθε χώρας, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, δεν μπορεί να θεωρείται στατική ή δεδομένη.
Αντίθετα, διαμορφώνεται μέσα από ισορροπίες, συμμαχίες και συγκρούσεις συμφερόντων που μεταβάλλονται συνεχώς.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι ο λόγος του Αλέξη Τσίπρα περιλαμβάνει λεκτικούς ακροβατισμούς σχετικά με τη θέση της Ελλάδας απέναντι στους συμμάχους της.
Κατά την άποψή τους, ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίζεται να χρησιμοποιεί επιχειρήματα που υπονοούν πως η εξωτερική πολιτική μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα σχεδόν σταθερό σύστημα επιλογών, χωρίς τις αναγκαίες προσαρμογές που απαιτεί το διεθνές περιβάλλον.
Παράλληλα, οι ίδιοι παρατηρητές υπενθυμίζουν ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπεται στον δημόσιο διάλογο.
Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του, ο Αλέξης Τσίπρας, παρότι αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός πολιτικός, διατήρησε θεσμικές σχέσεις με ηγέτες διαφορετικών πολιτικών προσανατολισμών.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η επίσκεψή του στον τότε πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, κατά την πρώτη θητεία του τελευταίου.
Το γεγονός αυτό χρησιμοποιείται σήμερα από πολιτικούς σχολιαστές ως επιχείρημα για να δείξουν ότι η εξωτερική πολιτική, ακόμη και για αριστερούς πολιτικούς όπως ο Αλέξης Τσίπρας, συχνά υπαγορεύεται από τον ρεαλισμό.
Με αυτήν τη λογική, υποστηρίζουν ότι η σημερινή ρητορική του πρώην πρωθυπουργού δημιουργεί μια αντίφαση ανάμεσα στη ρεαλιστική στάση που είχε ως πρωθυπουργός και στη σημερινή, πιο αιχμηρή, αντιπολιτευτική του γλώσσα.
Ένα άλλο σημείο που επισημαίνεται είναι η φαινομενική μετατόπιση του λόγου του σε θέματα εθνικής κυριαρχίας και γεωπολιτικής. Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Τσίπρας φαίνεται να «ψαρεύει», όπως λένε χαρακτηριστικά, στα «θολά νερά», επιχειρώντας να απευθυνθεί σε ευρύτερα ακροατήρια πέρα από τον παραδοσιακό χώρο της Αριστεράς. Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρούν ότι υιοθετεί εκφράσεις ή επιχειρήματα που θυμίζουν περισσότερο εθνικιστικό ή δεξιό λόγο.
Η κριτική αυτή συνοδεύεται από την άποψη ότι με τέτοιες επιλογές ενδέχεται να απομακρύνεται από τις διεθνιστικές αρχές που ιστορικά χαρακτήριζαν την Αριστερά. Η διεθνιστική παράδοση του χώρου, όπως υποστηρίζουν οι επικριτές του, δίνει έμφαση στη συνεργασία των λαών, τη διπλωματία και την υπέρβαση των στενά εθνικών αφηγήσεων.
Όταν ένας πολιτικός που προέρχεται απ’ αυτήν την παράδοση υιοθετεί πιο εθνικά φορτισμένη ρητορική, τότε –σύμφωνα με αυτούς– δημιουργείται μια πολιτική και ιδεολογική αντίφαση.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και εκείνοι που ερμηνεύουν τη στάση αυτή διαφορετικά. Υποστηρίζουν ότι η πολιτική ρητορική συχνά προσαρμόζεται στις ανάγκες της εκάστοτε συγκυρίας και στο ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση γύρω από τη ρητορική Τσίπρα συνδέεται άμεσα με τη συνολική κατάσταση του πολιτικού χώρου από τον οποίο προέρχεται. Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι ο ίδιος βρίσκεται σε μια περίοδο αναζήτησης ταυτότητας και στρατηγικής. Οι εκλογικές επιδόσεις των τελευταίων ετών όταν ήταν ακόμα πρόεδρος κόμματος, αλλά και οι εσωτερικές ανακατατάξεις του ευρύτερου αριστερού χώρου, έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον πλήρους αβεβαιότητας για την επόμενη ημέρα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή θεμάτων όπως τα εθνικά ζητήματα, η εξωτερική πολιτική και η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας μπορεί να αποτελεί μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της πολιτικής ατζέντας. Ωστόσο, οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι μια τέτοια στρατηγική ενδέχεται να εγκυμονεί κινδύνους, καθώς τον οδηγεί σε θόλωση των ιδεολογικών ορίων και σε σύγχυση ως προς την πολιτική ταυτότητα του χώρου.
Το βέβαιο είναι ότι ο δημόσιος λόγος του Αλέξη Τσίπρα συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο έντονης ανάλυσης.
Η πολιτική του διαδρομή, από την άνοδο στην εξουσία μέχρι τοσημερινό επαναλανσάρισμα στο πολιτικό σκηνικό, παραμένει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια της μεταπολιτευτικής ελληνικής πολιτικής ιστορίας.
Και καθώς οι πολιτικές εξελίξεις συνεχίζονται, η συζήτηση για τη στρατηγική, τη ρητορική και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του ίδιου και του κόμματος που διατείνεται ότι θα ιδρύσει –άγνωστο πότε– αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, κυρίως για τις διφορούμενες πολιτικές απόψεις που συχνά αναπτύσσει.


