Παραλήρημα του Αλέξη Τσίπρα από την Κοζάνη με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του.
Η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στην Κοζάνη με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του εξελίχθηκε σε μια πολιτική εκδήλωση, που περισσότερο θύμιζε προεκλογική συγκέντρωση επιστροφής για ένα κόμμα που είναι στις καλένδες, παρά μια συζήτηση γύρω από ένα πολιτικό έργο.
Αντί για έναν πρώην πρωθυπουργό που έπρεπε να κάνει έναν απολογισμό της θητείας του και να εξηγήσει τι πήγε λάθος, πολλοί παρατηρητές είδαν έναν πολιτικό που συνεχίζει να εμφανίζεται ως ο μόνος «δικαιωμένος» της ιστορίας.
Η εικόνα αυτή ενισχύθηκε από τον τρόπο με τον οποίο ο Αλέξης Τσίπρας υπερασπίστηκε την περίοδο διακυβέρνησής του. Στην ομιλία του επέμεινε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια και σταθεροποίησε την οικονομία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα σημερινά προβλήματα είναι κυρίως αποτέλεσμα άλλων πολιτικών.
Για τους επικριτές του, όμως, αυτή η αφήγηση αγγίζει τα όρια της πολιτικής αναθεώρησης της πραγματικότητας. Διότι αποφεύγει να αναφερθεί στις δραματικές στιγμές του 2015, στο δημοψήφισμα, στο κλείσιμο των τραπεζών και στην πολιτική αβεβαιότητα που σημάδεψε εκείνη την περίοδο. Αντί για μια στοιχειώδη αυτοκριτική, η ομιλία του πρώην πρωθυπουργού ερμηνεύτηκε από αρκετούς ως μια προσπάθεια... αυτοαγιοποίησης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική θεωρήθηκε η φράση του από τη Θεσσαλονίκη ότι «η προσπάθεια θα ξεκινήσει όταν θα είμαστε έτοιμοι να κερδίσουμε».
Η διατύπωση αυτή προκάλεσε εύλογα ερωτήματα για το αν θα αποφασίσει ο Αλέξης Τσίπρας να δημιουργήσει νέο πολιτικό φορέα μόνο όταν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι έχει πιθανότητες νίκης.
Πολλοί αναρωτιούνται αν, εφόσον η κοινωνία δεν τον ευνοεί, θα περιμένει μέχρι να αλλάξει το κλίμα.
Το ερώτημα αυτό συνδέεται άμεσα με την ανάλυση του καθηγητή Νίκου Μαραντζίδη, ο οποίος είχε επισημάνει ότι ο Τσίπρας «θα ηττηθεί όσες φορές χρειάζεται μέχρι να κερδίσει τον Μητσοτάκη».
Στο πάνελ της εκδήλωσης στη Στέγη Ποντιακού Πολιτισμού συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο σκηνοθέτης Θέμης Μουμουλίδης, ο πολιτικός μηχανικός Σωκράτης Βατάλης και ο πρώην περιφερειάρχης Δυτικής Μακεδονίας, Θεόδωρος Καρυπίδης.
Η παρουσία του τελευταίου ήταν εκείνη που προκάλεσε ιδιαίτερο πολιτικό σχολιασμό, καθώς ο Καρυπίδης έχει στο παρελθόν αποτελέσει γενεσιουργό αιτία αντιδράσεων για δηλώσεις που χαρακτηρίστηκαν ακροδεξιές ή αντισημιτικές.
Η επιλογή να βρεθεί στο ίδιο πάνελ με τον πρώην πρωθυπουργό ερμηνεύτηκε από ορισμένους ως ένα ακόμη δείγμα της πολιτικής ευελιξίας –ή, για τους επικριτές του, της ιδεολογικής ασάφειας– που χαρακτηρίζει το πολιτικό άνοιγμα του Α. Τσίπρα.
Η ομιλία του πρώην πρωθυπουργού κινήθηκε σε τρεις βασικούς άξονες: τη διεθνή κατάσταση, την ενεργειακή πολιτική και την κατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Στην αρχή της παρέμβασής του, ο Α. Τσίπρας έκανε αναφορά στις διεθνείς εξελίξεις και στην ένταση στη Μέση Ανατολή, υπογραμμίζοντας ότι «κάθε βόμβα που πέφτει απειλεί τις ζωές όλων». Παράλληλα, τόνισε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να μετατραπεί σε άκριτο παρατηρητή ή μέρος γεωπολιτικών σχεδιασμών που ενδέχεται να αυξήσουν τους κινδύνους για τη χώρα.
Αναφέρθηκε επίσης στη Δυτική Μακεδονία ως «την ενεργειακή καρδιά της Ελλάδας», υπενθυμίζοντας τον ρόλο που διαδραμάτισε η περιοχή για δεκαετίες στην ηλεκτροπαραγωγή της χώρας.
Σε αρκετά σημεία της παρέμβασής του υπερασπίστηκε τις επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, επιμένοντας ότι εκείνη η περίοδος κατάφερε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια και να σταθεροποιήσει την οικονομία.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και ο πυρήνας της κριτικής που του ασκούν αρκετοί αναλυτές.
Κατά την άποψή τους, ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίζεται να παρουσιάζει την περίοδο 2015-2019 σχεδόν ως μια πολιτική επιτυχία χωρίς σοβαρά λάθη, μεταθέτοντας την ευθύνη για τα σημερινά προβλήματα αποκλειστικά στους πολιτικούς του αντιπάλους. Μια στάση που, όπως λένε, θυμίζει περισσότερο αφήγημα προσωπικής δικαίωσης παρά πολιτική αυτοκριτική.
Το στοιχείο αυτό ενίσχυσε την κριτική ότι ο πρώην πρωθυπουργός αναζητά μια πολιτική επιστροφή χωρίς σαφές αυτοκριτικό και ιδεολογικό πλαίσιο. Μια επιστροφή που βασίζεται περισσότερο στον αντιπολιτευτικό λόγο απέναντι στην κυβέρνηση παρά σε μια πειστική πρόταση για το μέλλον.
Για πολλούς αναλυτές, η εικόνα που προέκυψε από την εκδήλωση της Κοζάνης ήταν εκείνη ενός πολιτικού που εξακολουθεί να βλέπει το παρελθόν του μέσα από έναν καθρέφτη επιτυχίας.
Ένας πρώην πρωθυπουργός που επιμένει να παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον ηγέτη που «τα έκανε όλα σωστά», ενώ τα λάθη αποδίδονται πάντα σε άλλους.
Στην πολιτική, όμως, η επιστροφή δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα ενός ηγέτη να ασκεί κριτική στους αντιπάλους του. Κρίνεται κυρίως από την ικανότητά του να αναγνωρίζει τα δικά του λάθη και να πείθει ότι έχει διδαχθεί απ’ αυτά.


