Έντονες διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό της ΕΕ 2028-2034, με αυξημένα κονδύλια συνοχής που ενισχύουν την Ελλάδα και άλλες χώρες χαμηλότερου εισοδήματος.

Οι διαπραγματεύσεις για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εισέρχονται σε κρίσιμη φάση, καθώς οι έντονες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών αναδεικνύουν ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσα στις χώρες που ζητούν αυστηρή δημοσιονομική συγκράτηση και εκείνες που υπερασπίζονται τη διατήρηση και ενίσχυση των πολιτικών συνοχής. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο προϋπολογισμός-μαμούθ της περιόδου 2028-2034, με τις βόρειες «φειδωλές» οικονομίες να πιέζουν για σημαντικά μεγαλύτερες περικοπές, την ώρα που ο Νότος και η Ανατολική Ευρώπη επιμένουν στην προστασία κρίσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων για την ανάπτυξη και τη γεωργία. Μέσα σε αυτό το έντονα πολωμένο περιβάλλον, η αναδιανομή κονδυλίων και οι συμβιβαστικές προτάσεις που κατατίθενται αναδεικνύουν τόσο τις πολιτικές ισορροπίες όσο και τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ένωσης για την επόμενη δεκαετία.

Μια ομάδα εύπορων χωρών της βόρειας Ευρώπης ξεκίνησε «ανταρσία» κατά της πρότασης για περιορισμένες μόνο περικοπές στον κοινοτικό προϋπολογισμό των 2 τρισ. ευρώ.

Η πρόταση της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Το σχέδιο για μείωση κατά 2% (32,8 δισ. ευρώ) της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034, το οποίο προώθησε η κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, απέχει σημαντικά από τις απαιτήσεις των δημοσιονομικά συντηρητικών χωρών, μεταξύ των οποίων η Γερμανία και η Ολλανδία.

«Η πρόταση δεν είναι οικονομικά βιώσιμη, δεν είναι ισορροπημένη και δίνει έμφαση σε λανθασμένες προτεραιότητες. Το συνολικό ύψος του προϋπολογισμού παραμένει υπερβολικά υψηλό σε μια περίοδο κατά την οποία ο δημοσιονομικός χώρος είναι περιορισμένος σε ολόκληρη την Ευρώπη και οι δύσκολες επιλογές είναι αναπόφευκτες», δήλωσε ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών Έελκο Χάινεν.

Αναφερόμενος στο διαπραγματευτικό έγγραφο της κυπριακής προεδρίας, γνωστό ως «negobox», ο Χάινεν ξεκαθάρισε ότι «για την Ολλανδία, αυτή η πρόταση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή».

Οι 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκουν να καταλήξουν σε συμφωνία για τον νέο πολυετή προϋπολογισμό έως τον Δεκέμβριο, υπό τον φόβο ότι οι γαλλικές προεδρικές εκλογές του Απριλίου 2027 ενδέχεται να αναδείξουν στην εξουσία έναν ακροδεξιό πρόεδρο που θα μπορούσε να μπλοκάρει τη συμφωνία.

Ο προϋπολογισμός, γνωστός ως Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (MFF), καθορίζει τις βασικές δαπάνες της ΕΕ, από τις αγροτικές επιδοτήσεις και τα έργα υποδομών έως τα πολιτιστικά προγράμματα.

«Πρόκειται για τα πρώτα συγκεκριμένα μεγέθη που τίθενται στο τραπέζι. Προσεγγίσαμε το θέμα με πραγματισμό και ρεαλισμό, αλλά πρόκειται απλώς για τη βάση των διαπραγματεύσεων», δήλωσε η υφυπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Κύπρου, Μαριλένα Ραουνά.

Οι προτάσεις της κυπριακής προεδρίας προκάλεσαν αντιδράσεις από ομάδα χωρών της βόρειας Ευρώπης, οι οποίες ζητούν σημαντικά μικρότερο κοινοτικό προϋπολογισμό.

Αντίθετα, ένα μπλοκ χωρών του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης, με επικεφαλής την Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία, υποδέχθηκε θετικά τις κυπριακές τροποποιήσεις, κυρίως επειδή προστατεύουν από περικοπές τις αγροτικές επιδοτήσεις και τα κονδύλια περιφερειακής ανάπτυξης.

Η διαφωνία αυτή προμηνύει δύσκολες διαπραγματεύσεις ενόψει της συνόδου κορυφής των ηγετών της ΕΕ την επόμενη Παρασκευή, όπου το ύψος του προϋπολογισμού θα βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Παρότι η πρόταση της κυπριακής προεδρίας θα αποτελέσει τη βάση για την επόμενη φάση των διαπραγματεύσεων, παραμένει αρκετός χρόνος ώστε οι χώρες που διαφωνούν να επιδιώξουν σημαντικές αλλαγές. Από τον Ιούλιο, την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ αναλαμβάνει η Ιρλανδία, η οποία θα κληθεί να φέρει τα 27 κράτη-μέλη πιο κοντά σε έναν συμβιβασμό.

Η κυπριακή προεδρία αναζητεί συμβιβασμό

Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανέρχεται σε σχεδόν 2 τρισ. ευρώ, ποσό που περιλαμβάνει και 166 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή χρέους που δημιουργήθηκε την περίοδο της πανδημίας, στοιχείο που δεν έχει τροποποιηθεί στο διαπραγματευτικό έγγραφο της κυπριακής προεδρίας.

Όπως μεταδίδει το Politico, η κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, η οποία έχει τον ρόλο του διαμεσολαβητή στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών και καταρτίζει τις συμβιβαστικές προτάσεις, επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: από τη μία πλευρά, τις 16 χώρες που ζητούν περισσότερα κονδύλια για τη γεωργία και την περιφερειακή ανάπτυξη και, από την άλλη, τις χώρες που απαιτούν δραστικές περικοπές.

Η μόνιμη αντιπρόσωπος της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Χριστίνα Ράφτη, πραγματοποίησε αυτή την εβδομάδα διμερείς συναντήσεις με όλους τους ομολόγους της από τα υπόλοιπα 26 κράτη-μέλη, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει πολιτική στήριξη για το διαπραγματευτικό κείμενο.

Ωστόσο, οι επαφές αυτές δεν στάθηκαν αρκετές για να ανακόψουν το κύμα αντιδράσεων από τη Γερμανία και τους δημοσιονομικά συντηρητικούς συμμάχους της, οι οποίοι εξακολουθούν να θεωρούν την πρόταση υπερβολικά δαπανηρή.

«Βρισκόμαστε πολύ μακριά από αυτό που ζητούσαμε. Εμείς θέλαμε περικοπές της τάξης του 20% και καταλήξαμε σε μόλις 2%», δήλωσε Ευρωπαίος διπλωμάτης, ο οποίος, όπως και οι υπόλοιπες πηγές του ρεπορτάζ, μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας.

Σε μια ακόμη εξέλιξη που προκάλεσε αντιδράσεις, η κυπριακή προεδρία πρότεινε τις μεγαλύτερες περικοπές, ύψους 3,9%, στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, προϋπολογισμού 410 δισ. ευρώ, το οποίο χρηματοδοτεί καινοτόμες επιχειρήσεις, καθώς και στο Ταμείο Global Europe, μέσω του οποίου διοχετεύεται η αναπτυξιακή βοήθεια της ΕΕ.

Η επιλογή αυτή προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στις χώρες της βόρειας Ευρώπης, οι οποίες υποστηρίζουν τη μεταφορά πόρων από παραδοσιακές πολιτικές δαπανών προς νέες στρατηγικές προτεραιότητες, όπως η άμυνα και η ενίσχυση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.

«Η πρόταση χρηματοδοτεί τις προτεραιότητες του χθες εις βάρος των προκλήσεων του αύριο. Αυτό δείχνει ακριβώς πώς δεν πρέπει να προχωρήσουμε», ανέφερε στην ανακοίνωσή του ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών Έελκο Χάινεν.

Οι αγροτικές επιδοτήσεις και τα κονδύλια περιφερειακής ανάπτυξης, τα οποία ωφελούν κυρίως χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης και αντιστοιχούν σε σχεδόν το μισό του συνολικού προϋπολογισμού, έχουν ουσιαστικά εξαιρεθεί από τις περικοπές.

Οι υποστηρικτές της κυπριακής πρότασης αντιτείνουν ότι δεν υπήρχε πολιτική βούληση για περαιτέρω μειώσεις στους συγκεκριμένους τομείς, καθώς είχαν ήδη υποστεί σημαντικές περικοπές στην αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το συνολικό μερίδιο των δαπανών για τη γεωργία και την περιφερειακή πολιτική έχει περιοριστεί από το 60% του τρέχοντος προϋπολογισμού 2021-2027 στο 41,4% του αναθεωρημένου διαπραγματευτικού πλαισίου.

«Πράγματι, ορισμένα κράτη-μέλη κατέστησαν απολύτως σαφές ότι επιθυμούσαν εκτεταμένες περικοπές στον προϋπολογισμό. Υπήρχαν όμως και άλλες ομάδες χωρών που υποστήριζαν τη διατήρηση του σημερινού επιπέδου δαπανών ή ακόμη και την αύξησή τους», δήλωσε η Μαριλένα Ραουνά.

Οι υποστηρικτές των αλλαγών υπογραμμίζουν επίσης ότι το νέο πλαίσιο προβλέπει ισχυρότερη σύνδεση της εκταμίευσης ευρωπαϊκών κονδυλίων με μεταρρυθμίσεις που αφορούν το κράτος δικαίου και τη δημοκρατική διακυβέρνηση, κάτι που αποτελεί πάγιο αίτημα των χωρών του Βορρά.

Ωστόσο, η εξήγηση αυτή δεν φαίνεται να πείθει τις λεγόμενες «φειδωλές» χώρες. «Όλες οι αλλαγές κινούνται προς μία μόνο κατεύθυνση», σχολίασε δεύτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης. «Αυτό είναι που προκαλεί ανησυχία για τη δυναμική των διαπραγματεύσεων».

Η Ελλάδα μεταξύ των κερδισμένων

Σε μια ακόμη νίκη για το μπλοκ των χωρών του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης, η κυπριακή προεδρία πρότεινε αύξηση κατά 5 δισ. ευρώ των κονδυλίων που θα κατευθυνθούν σε 15 κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Πορτογαλία και οι χώρες της Βαλτικής, των οποίων το ακαθάριστο εθνικό εισόδημα παραμένει κάτω από το 90% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπογραμμίζει το Politico.

Για να χρηματοδοτηθεί αυτή η ενίσχυση, η Λευκωσία εισηγήθηκε περικοπές στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ευελιξίας της ΕΕ, το οποίο διαχειρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη χρηματοδότηση στρατηγικών προτεραιοτήτων της Ένωσης και την αντιμετώπιση κρίσεων.

Η αλλαγή αυτή αυξάνει ουσιαστικά τις μεταβιβάσεις πόρων προς τα κράτη-μέλη εις βάρος της δημοσιονομικής ευελιξίας του προϋπολογισμού, η οποία αποτελεί βασική προτεραιότητα για τις χώρες του βόρειου μπλοκ.

«Μια τέτοια πρόταση απέχει πολύ από οποιοδήποτε σημείο συμβιβασμού», δήλωσε τρίτος Ευρωπαίος διπλωμάτης. «Το συνολικό ύψος του προϋπολογισμού παραμένει υπερβολικά υψηλό».