Το θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα της υγείας χρήζει κρατικής προστασίας, με ιδιαίτερη μέριμνα για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Η υγεία (σωματική, ψυχική και κοινωνική ευεξία) εξαρτάται από κοινωνικοοικονομικές μεταβολές και συνεπώς εκτός των ιατρικών, πλήθος παραγόντων που περιλαμβάνουν κοινωνικά-οικονομικά-πολιτιστικά-περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά συμπροσδιορίζουν το πολυδιάστατο αυτό αγαθό, το οποίο, ως θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, χρήζει κρατικής προστασίας, με ιδιαίτερη μέριμνα για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες με το επίπεδό του να υπολογίζεται με δείκτες, όπως νοσηρότητα, θνησιμότητα, δαπάνες υγείας, υγιές προσδόκιμο επιβίωσης.
Οι ανισότητες υγείας (διαφορές θνησιμότητας, νοσηρότητας, προσδοκίμου ζωής, υγιών ετών ζωής, αυτοαξιολογούμενης υγείας, ανισοτήτων πρόσβασης-χρηματοδότησης σε υπηρεσίες υγείας) αντικατοπτρίζουν άνιση κατανομή των κοινωνικών προσδιοριστών της υγείας (υγειονομικός αλφαβητισμός, κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, διανεμητικοί τρόποι εισοδήματος, στέγαση, κοινωνική διαστρωμάτωση, πρόσβαση σε εκπαίδευση-εργασία-ιατρική περίθαλψη, πληθυσμιακή εξέλιξη, αστική/αγροτική πυκνότητα, φύλo, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, επάγγελμα, μετανάστευση, αναπηρία), συμβάλλοντας σε αναπαραγωγή των υφισταμένων κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων (η περιορισμένη πρόσβαση/υψηλή οικονομική επιβάρυνση παράγει χειρότερα αποτελέσματα υγείας και η υποβαθμισμένη υγεία σχετίζεται με προβληματική πρόσβαση στην αγορά εργασίας).
Στην πρώτη ανάλυση κοινωνικών ανισοτήτων υγείας (έκθεση BLACK, Αγγλία, 1980) διαπιστώθηκε συσχέτιση της ταξικής διαστρωμάτωσης με ανισότητες υγείας που αθροιζόμενες σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες (νέοι, γυναίκες, μονογονεϊκά νοικοκυριά, εργαζόμενοι χαμηλών εισοδημάτων, ανάπηροι) υποβαθμίζουν το βιοτικό επίπεδό τους, ενώ κοινωνίες υψηλών ανισοτήτων παρουσιάζουν χαμηλότερη κοινωνική συνοχή και ισχνή ανοδική κινητικότητα.
Το επίπεδο υγείας και η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας κατανέμονται ανομοιόμορφα βάσει εισοδήματος, φύλου, ηλικίας, εκπαίδευσης, περιοχής κατοικίας, αναπηρίας, οικογενειακής κατάστασης. Άτομα με χαμηλότερο εισόδημα και μορφωτικό επίπεδο, δυσμενέστερες συνθήκες εργασίας και στέγασης ή περιορισμένη πρόσβαση σε κοινωνικούς πόρους εμφανίζουν κατά μέσο όρο χειρότερη αυτοαξιολογούμενη υγεία και αυξημένη συχνότητα χρονίων νοσημάτων, με υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων αναγκών-χρονίων νοσημάτων για κατοίκους αγροτικών περιοχών, λόγω χαμηλότερης διαθεσιμότητας υπηρεσιών υγείας, μεγαλύτερων αποστάσεων από παρόχους φροντίδας και άνισης γεωγραφικής κατανομής υγειονομικού προσωπικού-υποδομών-υπηρεσιών.
Επίσης, οι ανισότητες σχετικές με χρόνια προβλήματα υγείας/περιορισμούς στην καθημερινότητα συνδέονται με χειρότερα αποτελέσματα υγείας, χαμηλότερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και αυξημένο κίνδυνο φτώχειας-κοινωνικού αποκλεισμού. Παρά τη βελτιωμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, το 2024 άνω του 20% του πληθυσμού δεν έλαβε τη χρήζουσα ιατρική φροντίδα/εξέταση (ΙΟΒΕ, Ιούνιος 2026).
Η ένδεια, απόλυτη (ανεπαρκής ικανοποίηση βασικών αναγκών) και σχετική (συγκρινόμενη με κοινωνικά πρότυπα) σχετίζεται με το εισόδημα, με τη νοσηρότητα-θνησιμότητα να αυξάνονται από τα ανώτερα στα κατώτερα εισοδηματικά κλιμάκια. Η εισοδηματική ανισότητα υπολογίζεται συνήθως με τον δείκτη Gini (τιμές μεταξύ 0, όπου το σύνολο του πληθυσμού λαμβάνει το ίδιο εισόδημα -τέλεια ισότητα- και 1 όπου μόνο ένα άτομο κατέχει το συνολικό εισόδημα-μέγιστη ανισότητα), ο οποίος υποχώρησε μετά την κρίση (τα εργαζόμενα νοικοκυριά αναβαθμίστηκαν εισοδηματικά), όμως δεν παρήχθη μεγαλύτερη οικονομική ισότητα αλλά συγκέντρωση εισοδημάτων στα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, δίχως αντιστροφή της εισοδηματικής υστέρησης πληθυσμιακών ομάδων εντοπισμένες στα κατώτατα όρια της εισοδηματικής κατανομής, ενώ σχεδόν 70% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι ανταπεξέρχονται δυσχερώς (άνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου), αναδεικνύοντας τα δομικά χαρακτηριστικά της ανισότητας που η ασύμμετρη οικονομική ανάκαμψη δεν αντέστρεψε.
Επίσης, οι χαμηλές επιδοματικές κοινωνικές παροχές (υπολειπόμενες των ευρωπαϊκών) αποτρέπουν την εισοδηματική ανέλιξη των εξαρτωμένων από κοινωνικές μεταβιβάσεις εργαζόμενων νοικοκυριών, τα νεότερα νοικοκυριά παραμένουν στα χαμηλότερα εισοδηματικά επίπεδα, η νεανική ανεργία και οι επισφαλείς συμβάσεις κατέστησαν μόνιμες, τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και πολύτεκνες οικονομικά ευάλωτες οικογένειες συσχετίζονται με υψηλότερους δείκτες κινδύνου φτώχειας και το έμφυλο εισοδηματικό χάσμα παραμένει ανεξαρτήτως μακροοικονομικών μεγεθών.
Επίσης, η ανισότητα εισοδήματος εμφανίζει γεωγραφική διακύμανση (συγκέντρωση υψηλότερου ποσοστού οικονομικής δραστηριότητας στα αστικά κέντρα, όπου, παρά το υψηλότερο εισόδημα, συχνά καταγράφεται αυξημένος δείκτης Gini, ενώ σε περιφέρειες με χαμηλότερη εσωτερική ανισότητα, η πιο ομοιόμορφη κατανομή αποτυπώνει υποβαθμισμένο εισοδηματικό επίπεδο και όχι ευημερία).
Η δομή της αγοράς εργασίας παρουσιάζει διαχρονικά χαρακτηριστικά ως εμπόδια άμβλυνσης ανισοτήτων (εισόδημα, περιουσία, πρόσβαση στην αγορά εργασίας ανά φύλο, αναπηρία, ανισότητα μεταξύ περιφερειών, κοινωνική κινητικότητα), με τον βαθμό εργασιακής απασχόλησης (συντελεστής προσδιορισμού ένδειας) να επιδρά σε ατομικό επίπεδο (οικονομική υποβάθμιση, εξάρτηση από οικογένεια, κοινωνική απομόνωση) και κοινωνικό (διακύβευση κοινωνικής συνοχής, περιθωριοποίηση, μειωμένη παραγωγική δύναμη κοινωνίας, πτώση κατανάλωσης προϊόντων/ζήτησης υπηρεσιών).
Η ανεργία (μακροχρόνια, βραχυχρόνια, εποχιακή) υποχώρησε από τα επίπεδα της κρίσης, όμως το υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας παραμένει πηγή δομικής ανισότητας. Επίσης, παρά την οικονομική ανάπτυξη, καταγράφεται το υψηλότερο (ευρωπαϊκά) μερίδιο αυτοαπασχόλησης, υψηλό ποσοστό ανεπίσημης οικονομίας συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (παρά τη μείωσή της) και χαμηλή συμμετοχή στην εργασία γυναικών και ατόμων με αναπηρία.
Επίσης, οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες στη σωματική υγεία αναπαράγονται συχνά και στον ψυχολογικό τομέα (αυξημένη ψυχική επιβάρυνση σε εισοδηματικώς υποβαθμισμένα στρώματα). Ενώ καταγράφονται χαμηλότερα (του μέσου όρου της ΕΕ) επίπεδα κατάθλιψης, καταγράφονται διαφοροποιήσεις βάσει βαθμού αστικοποίησης (κάτοικοι αγροτικών περιοχών εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα κατάθλιψης, λόγω χαμηλότερου επιπέδου ψυχοκοινωνικής επιβάρυνσης συγκριτικά με αστικά περιβάλλοντα) και φύλου (υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης σε γυναίκες, λόγω κοινωνικοοικονομικών παραγόντων και έμφυλων διαφορών αναγνώρισης-δήλωσης προβλημάτων ψυχικής υγείας, ενώ οι άνδρες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών στις περισσότερες χώρες ΟΟΣΑ, λόγω υποαναφοράς ψυχικών προβλημάτων, περιορισμένης αναζήτησης βοήθειας βάσει κοινωνικών προτύπων αποθαρρύνοντα έκφραση ευαλωτότητας).
Καταληκτικά και προς άμβλυνση των ανωτέρω ανισοτήτων, προκρίνεται η διερεύνηση της έκθεσης σε παράγοντες κινδύνου-παρακολούθηση οικογενειακών προϋπολογισμών (μείωση τρωτότητας μη προνομιούχων), η ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας (επίσημη πρόνοια) και κοινωνικής συνοχής (άτυπη), η μείωση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, η στοχευμένη αύξηση φόρων (μείωση ανισοτήτων εισοδήματος), η εφαρμογή σύγχρονων προγραμμάτων κοινωνικής προστασίας, εισοδηματικές μεταβιβάσεις σε κοινωνικοοικονομικά ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, άμβλυνση αντικινήτρων μισθωτής απασχόλησης με περαιτέρω μείωση φορολογίας, περαιτέρω συρρίκνωση ανεπίσημης οικονομίας (με προώθηση ηλεκτρονικών πληρωμών), ενίσχυση συμμετοχής γυναικών-νέων-ΑΜΕΑ στην αγορά εργασίας, θεσμών αγοράς εργασίας (π.χ. επιθεώρηση εργασίας) και παραγωγικής βάσης περιφερειακών οικονομιών, μείωση διαρθρωτικής ανεργίας και η αναβάθμιση θεσμικής προστασίας επισφαλών εργασιακών μορφών.
*Ο Ισίδωρος Μέντης είναι φαρμακοποιός ΕΟΠΥΥ (ΕΚΠΑ), κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και Οικονομικών Μονάδων με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), στέλεχος Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ.