Η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα είχε πάντοτε ένταση. Καθώς και υπερβολές και συνθήματα και φθηνή ρητορική. Όμως την περίοδο της διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, η κατάσταση πέρασε σε άλλη… πίστα.
Εκεί όπου η συστηματική διαστρέβλωση, η στοχευμένη διασπορά ψευδών ειδήσεων και η οργανωμένη τοξικότητα έγιναν εργαλείο πολιτικής στρατηγικής.
Το περίφημο «πες, πες, κάτι θα μείνει» δεν ήταν απλώς μια ατάκα που ανακυκλωνόταν. Έγινε μεθοδολογία, μηχανισμός. Και κυρίως, έγινε κανονικότητα.
Η βιομηχανία της τοξικότητας
Δεν μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά. Μιλάμε για ολόκληρο οικοσύστημα. Ανώνυμα προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στρατευμένα sites με ξεκάθαρη πολιτική στόχευση, ακόμη και δημόσια πρόσωπα που λειτουργούσαν σαν πολλαπλασιαστές μιας αφήγησης χωρίς φίλτρα.
Η λογική ήταν απλή και κυνική: Ρίξε όσο περισσότερη λάσπη μπορείς στο μικρότερο δυνατόν διάστημα. Κάτι θα κολλήσει. Κάποιος θα το πιστέψει. Και αν διαψευστεί; Δεν πειράζει. Η επόμενη «είδηση» είναι ήδη έτοιμη.
Έτσι χτίστηκε ένα τοξικό περιβάλλον, όπου η έννοια της αλήθειας έγινε σχετική. Όπου η διάψευση δεν είχε την ίδια ένταση με την αρχική κατηγορία. Και όπου η ζημιά γινόταν μόνιμη, ακόμη κι αν η πραγματικότητα τελικά αποκαθιστούσε τα πράγματα.
Η χρήση τρολ δεν είναι ελληνική πατέντα. Αλλά στην Ελλάδα της προηγούμενης δεκαετίας πήρε σχεδόν θεσμικά χαρακτηριστικά. Ανώνυμα accounts που επιτίθονταν συντονισμένα, που αναπαρήγαν συγκεκριμένα hashtags, που στοχοποιούσαν δημοσιογράφους, πολιτικούς αντιπάλους ή οποιονδήποτε δεν ευθυγραμμιζόταν με τη «γραμμή».
Και το πιο ανησυχητικό; Η ανοχή. Σε πολλές περιπτώσεις, η σιωπηρή αποδοχή. Σε άλλες, η έμμεση ενθάρρυνση.
Δεν είναι τυχαίο ότι εκείνη την περίοδο πολλοί δημοσιογράφοι βρέθηκαν στο στόχαστρο οργανωμένων επιθέσεων. Με προσωπικές επιθέσεις, με χαρακτηρισμούς, με διαστρέβλωση των θέσεών τους. Όχι για να γίνει διάλογος. Για να επιβληθεί σιωπή.
Η ζημιά που έμεινε
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Τα πρόσωπα φεύγουν. Οι πρακτικές, όμως, αφήνουν αποτύπωμα. Και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα.
Η τοξικότητα εκείνης της περιόδου δεν εξαφανίστηκε. Μεταλλάχθηκε. Πέρασε σε ένα κομμάτι της κοινωνίας που έμαθε να καταναλώνει πληροφορία χωρίς φίλτρο. Που έμαθε να εμπιστεύεται ό,τι επιβεβαιώνει τις προκαταλήψεις του. Που έμαθε να αντιμετωπίζει την πολιτική ως πεδίο σύγκρουσης χωρίς κανόνες.
Και εδώ είναι που η σημερινή συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η ανάγκη για σοβαρότητα, θεσμική λειτουργία και επαναφορά της εμπιστοσύνης στον δημόσιο λόγο δεν είναι κάτι το θεωρητικό, αλλά κάτι απόλυτα πρακτικό και καθημερινό.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να επαναφέρει μια στοιχειώδη τάξη στον τρόπο που λειτουργεί ο δημόσιος διάλογος. Να θέσει όρια. Να επαναφέρει την έννοια της ευθύνης στον λόγο. Και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, αν σκεφτεί κανείς πού ήταν η αφετηρία.
Η πολιτική αντιπαράθεση θα υπάρχει πάντα. Το ζήτημα είναι αν θα γίνεται με όρους πραγματικότητας ή με όρους προπαγάνδας. Αν θα βασίζεται σε στοιχεία ή σε συνθήματα. Αν θα στοχεύει στην πειθώ ή στη χειραγώγηση.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η δημοκρατία δεν καταρρέει από μια μεγάλη σύγκρουση. Διαβρώνεται από χιλιάδες μικρά ψέματα που επαναλαμβάνονται μέχρι να μοιάζουν αλήθεια. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα.