Μιλάνε όλοι, μιλάει και ο Τσίπρας για ρουσφέτια, που υποσχέθηκε ρήξη και τελικά αναπαρήγαγε, με άλλους όρους, παλιές πρακτικές.

Διαχρονικά, σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, πολλά πολιτικά πρόσωπα μιλάνε για τα ρουσφέτια, ένα φαινόμενο που έχει διαβρώσει για δεκαετίες τη σχέση πολίτη και κράτους.

Όμως, όταν στο προσκήνιο εμφανίζονται πρόσωπα που κυβέρνησαν και διαχειρίστηκαν την εξουσία σε κρίσιμες στιγμές, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται χωρίς μνήμη. Και σίγουρα δεν μπορεί να γίνεται χωρίς αυστηρή, ακόμη και ενοχλητική, κριτική για το ποιος μιλά και με ποιο παρελθόν.

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει επιλέξει εσχάτως να υψώσει τους τόνους απέναντι σε πρακτικές ρουσφετιού, με αιχμή οργανισμούς όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Ωστόσο, η στάση αυτή δεν εκλαμβάνεται απλώς ως αντιπολιτευτική, αλλά για πολλούς πολιτικούς παρατηρητές μοιάζει με πολιτική αμνησία.

Διότι ο ίδιος δεν υπήρξε απλός παρατηρητής του συστήματος, αλλά ο επικεφαλής μιας κυβέρνησης που υποσχέθηκε ρήξη και τελικά κατηγορήθηκε ότι αναπαρήγαγε, με άλλους όρους, παλιές πρακτικές. Η περίοδος της πρώτης φοράς Αριστερά δεν ήταν απλώς μια φάση πολιτικού πειραματισμού.

Ήταν μια περίοδος βαθιών προκλητικών θεσμικών παρεμβάσεων, με αποκορύφωμα στον χώρο της Δικαιοσύνης τις αλλαγές στους ποινικούς κώδικες, αλλαγές που ακόμα και σήμερα προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Για τους επικριτές, δεν επρόκειτο απλώς για νομικό εκσυγχρονισμό, αλλά για παρεμβάσεις που χαλάρωσαν κρίσιμα φίλτρα λογοδοσίας.

Ίσως το πιο βαρύ στοιχείο για τον Αλέξη Τσίπρα είναι ότι αυτή η κριτική δεν προήλθε μόνο από πολιτικούς αντιπάλους. Ο Σταύρος Κοντονής, κομβικός υπουργός Δικαιοσύνης στην πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς, είχε ασκήσει δημόσια και με ιδιαίτερη ένταση οξύτατη κριτική για τις συγκεκριμένες αλλαγές.

Οι παρεμβάσεις του δεν ήταν υπαινικτικές, αλλά ήταν σαφείς προειδοποιήσεις ότι ορισμένες διατάξεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευνοϊκή μεταχείριση σοβαρών ποινικών υποθέσεων. Όταν ένας άνθρωπος από τον στενό πυρήνα της εξουσίας εκφράζει τέτοιες ενστάσεις, η σιωπή ή η υπεκφυγή δεν είναι απάντηση, αλλά επιβεβαίωση του προβλήματος.

Στο ίδιο κάδρο, ο ρόλος του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου θεωρήθηκε από πολλούς καταλυτικός. Η επιρροή του στις εξελίξεις γύρω από τη Δικαιοσύνη ενίσχυσε την καχυποψία ότι οι αλλαγές δεν ήταν ουδέτερες, αλλά ενταγμένες σε μια συγκεκριμένη πολιτική λογική ελέγχου και διαχείρισης κρίσιμων υποθέσεων, μέσω του ελέγχου «των αρμών της εξουσίας». Η συνέχεια με τη διερεύνησή του από τη Δικαιοσύνη ήταν ενδεικτική.

Μέσα σε αυτό το βεβαρυμένο ιστορικό, η σημερινή ρητορική του Αλέξη Τσίπρα για τα ρουσφέτια δεν ακούγεται απλώς επιλεκτική, αλλά υποκριτική.

Όχι γιατί τα προβλήματα που αναδεικνύει δεν είναι υπαρκτά, αλλά γιατί επιλέγει να τα αναδεικνύει σαν να μην υπήρξε ποτέ μέρος του ίδιου προβληματικού συστήματος. Πολλοί, μάλιστα, τον κατηγορούν ότι, αφού είχε αυτή την άποψη και την εξουσία να αλλάξει τα κακώς κείμενα, η αδράνειά του είναι διπλά πολιτικά επιλήψιμη.

Άλλοι πρώην σύντροφοί του διατυπώνουν μια πιο αιχμηρή διάσταση της κριτικής, λέγοντας ότι δεν μπορεί ένας πρώην πρωθυπουργός που δεν έχει δώσει πειστικές απαντήσεις για κομβικές επιλογές της διακυβέρνησής του να εμφανίζεται σήμερα ως τιμητής.

Χωρίς αυτοκριτική, χωρίς απολογισμό, χωρίς σαφή εξήγηση για αποφάσεις που αμφισβητήθηκαν έντονα ακόμη και από κομβικούς συνεργάτες του.

Η κακοδιαχείριση, οι πελατειακές λογικές, η έλλειψη ουσιαστικών ελέγχων, όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα που δεν αλλάζει εύκολα και που υπήρχε σε ανάλογες περιπτώσεις σε πολλούς οργανισμούς και κατά τη διακυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα. Άρα η όποια διαπίστωση σήμερα, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για επιλεκτική μνήμη.

Αντίθετα, θα περίμενε κανείς από έναν πρώην πρωθυπουργό να αρθρώσει λόγο πιο ολοκληρωμένο, να αναγνωρίσει λάθη, να εξηγήσει επιλογές και να προτείνει συγκεκριμένες τομές.

Οι ίδιοι πολιτικοί παρατηρητές πιστεύουν ότι η γενική καταγγελία χωρίς αυτοαναφορά μοιάζει περισσότερο με πολιτική τακτική ενός άκρατου λαϊκιστή πολιτικού, παρά με ουσιαστική συμβολή.

Αν παρατηρήσει, πάντως, κανείς και τα αντίστοιχα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων, οι πολίτες πιστεύουν ότι το πρόβλημα των ρουσφετιών στην Ελλάδα δεν λύνεται με δηλώσεις, ούτε με επιλεκτική αγανάκτηση.

Λύνεται με συνέπεια, διαφάνεια και, κυρίως, με το θάρρος της αυτοκριτικής. Και αυτό είναι κάτι που, στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, παραμένει ζητούμενο καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που ακολούθησε από τη διακυβέρνησή του.