Βρισκόμαστε ήδη σε προεκλογική περίοδο – δίχως βέβαια αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι θα έχουμε εκπλήξεις και πρόωρες κάλπες, αλλά σε κάθε περίπτωση το διάστημα κατά το οποίο θα στηθούν το 2027, ήτοι στο τέλος της τετραετίας, είναι μικρότερο πια από 10-11 μήνες.
Το μαρτυρούν άλλωστε οι ζυμώσεις και η κινητικότητα στο πολιτικό σκηνικό, καθώς και ο λόγος του ίδιου του πρωθυπουργού και των πολιτικών αρχηγών, αλλά και οι προετοιμασίες σε όλες τις Κοινοβουλευτικές Ομάδες.
γράφει η Ερση Παπαδάκη
Σιγά σιγά, λοιπόν, αρχίζουν να μπαίνουν και τα διλήμματα πάνω στα οποία οι πολίτες θα κληθούν να πάρουν τις αποφάσεις τους. Και το διακύβευμα της κάλπης, ιδιαίτερα σε μια ταραχώδη περίοδο όπως αυτή που βιώνουμε τώρα με τον πόλεμο στο Ιράν και τα συνεπακόλουθά του στην ενεργειακή αγορά και την οικονομία, δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό που κυριάρχησε έστω και σε διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον το 2023: σταθερότητα, κανονικότητα από τη μία και χάος από την άλλη.
Είναι ωστόσο εντυπωσιακό ότι το τελευταίο διάστημα επιχειρούν να βάλουν στον πολιτικό τους λόγο αυτό το δίλημμα και να εμφανιστούν ως υπερασπιστές της σταθερότητας και της κανονικότητας πρόσωπα που ο πρότερος πολιτικός βίος τους έχει δείξει ακριβώς το αντίθετο. Οπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος επιχειρεί, δίχως αποτέλεσμα μέχρι στιγμής, να ερμηνεύσει την απόφασή του να προχωρήσει στη δημιουργία πολιτικού κόμματος και να κατέβει στις εκλογές. Αν δηλαδή το κάνει τελικά…
Το ίδιο κάνει εσχάτως και ο Νίκος Ανδρουλάκης, θεωρώντας ότι ήδη η κανονικότητα έχει επιστρέψει στο πολιτικό σκηνικό με την παρουσία του ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση και στη δεύτερη θέση πίσω από τη ΝΔ. Μια δήθεν «κανονικότητα» και ένα δίπολο που αποδοκίμασαν ωστόσο το προηγούμενο διάστημα οι πολίτες, καθώς κυρίως οι κεντρώοι ψηφοφόροι κατευθύνθηκαν μαζικά προς τη ΝΔ και εμπνεύστηκαν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αφήνοντας μόνο του με διάφορα «ορφανά» του ΣΥΡΙΖΑ μετά τη φυγή Τσίπρα τον κ. Ανδρουλάκη.
Και ποια είναι, αλήθεια, η σταθερότητα και κανονικότητα που ευαγγελίζεται ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, όταν π.χ. στο ίδιο του το κόμμα υπάρχουν διάφορες και αντίρροπες απόψεις για όλα τα μεγάλα θέματα με πρώτο το πώς θα κυβερνηθεί ο τόπος μετά τις εκλογές;
Αντιθέτως, ο κ. Μητσοτάκης ήταν αυτός που ήδη από το 2019, απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και τον κ. Τσίπρα, αλλά και περισσότερο το 2023, έβαλε αυτό το δίλημμα. Αν δηλαδή οι πολίτες επιθυμούν την κανονικότητα, τη σταθερότητα και την ασφάλεια που κατάφερε να φέρει η διακυβέρνηση της χώρας από τη ΝΔ με τον ίδιο πρωθυπουργό και μάλιστα σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο. Η απάντηση στην κάλπη είναι γνωστό πως ήταν ηχηρή. Τόσο ηχηρή μάλιστα που εξέπληξε ακόμη και το πρωθυπουργικό επιτελείο, αλλά και τα στελέχη της ΝΔ και όχι μόνο τους πολιτικούς της αντιπάλους. Διότι η ετυμηγορία των πολιτών ήταν σαφής και ξεκάθαρη και δικαίωσε απόλυτα τη στάση του κ. Μητσοτάκη.
Το 41% και η διαφορά της ΝΔ από τα υπόλοιπα κόμματα ήταν μια σαφής επιβράβευση, αλλά και ένα σαφές μήνυμα ότι οι πολίτες θέλγονται από την ασφάλεια και τη σταθερότητα, από την κανονικότητα. Οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη και μάλιστα σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο θα ήταν καταστροφική για την ίδια τη χώρα. Δεν μπορούν να πάρουν για λόγους εγωισμού –πολιτικού και προσωπικού– τη ρεβάνς από τους πολίτες και την ίδια τη δημοκρατία οι εραστές του μπάχαλου και του χάους. Αυτοί που στο πρώτο εξάμηνο του 2015 και με αποκορύφωμα το αλήστου μνήμης δημοψήφισμα έφεραν τη χώρα στα πρόθυρα του χάους, του διχασμού και της εξόδου από την Ευρώπη.
Ούτε βέβαια εκείνοι που επιτίθενται στη Δικαιοσύνη ανάλογα με τις βουλές και τις σκοπιμότητές τους, όταν οι αποφάσεις των δικαστών δεν εξυπηρετούν τον σχεδιασμό τους, υπονομεύοντας έναν από τους πυλώνες του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, ήτοι την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Η λέξη «σταθερότητα» είναι το κλειδί. Και η ασφάλεια κάθε μορφής είναι αυτό που βάζουν δικαίως ως πρώτη ή και μοναδική τους προτεραιότητα οι πολίτες.