Σαν σήμερα, στις 5 Μαρτίου 1953, πέθανε ο σοβιετικός ηγέτης Ιωσήφ Στάλιν, κλείνοντας ένα από τα πιο καθοριστικά και αμφιλεγόμενα κεφάλαια της ιστορίας της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο θάνατός του σηματοδότησε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για το σοβιετικό κράτος, το οποίο για δεκαετίες είχε ταυτιστεί με την απόλυτη εξουσία και την προσωπικότητα του ηγέτη του.

Η άνοδος του Στάλιν συνδέεται άμεσα με την περίοδο που ακολούθησε τον θάνατο του Βλαντίμιρ Λένιν τον Ιανουάριο του 1924
. Τότε, μια σειρά από κορυφαία στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος εισήλθαν σε έναν έντονο αγώνα για τη διαδοχή. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο Λεβ Τρότσκι, ο Λεβ Καμένεφ, ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ, ο Νικολάι Μπουχάριν και ο Στάλιν. Κανείς δεν αμφισβητούσε τη μαρξιστική θεωρία, ενώ όλοι προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τις θέσεις τους ως πιστή συνέχεια της σκέψης και του έργου του Λένιν. Σε αντίθεση όμως με τους περισσότερους αντιπάλους του, ο Στάλιν κατείχε ήδη από το 1922 το ιδιαίτερα σημαντικό αξίωμα του γενικού γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής, θέση που του έδωσε σημαντικό πλεονέκτημα στον εσωκομματικό συσχετισμό δυνάμεων.

Αρχικά, ο πιο ισχυρός και δημοφιλής διεκδικητής της ηγεσίας θεωρούνταν ο Τρότσκι, ένας χαρισματικός ρήτορας και βαθύς γνώστης της μαρξιστικής θεωρίας. Ωστόσο, παρά τη μεγάλη του απήχηση στη βάση του κόμματος, δεν κατάφερε να δημιουργήσει έναν σταθερό μηχανισμό εξουσίας στο εσωτερικό του. Αντίθετα, ο γεωργιανής καταγωγής Ιωσήφ Τζουγκασβίλι -όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Στάλιν- κινήθηκε μεθοδικά, αξιοποιώντας τη θέση του στο κομματικό μηχανισμό για να ενισχύσει τη δύναμή του.

Σε αντίθεση με τον κοσμοπολίτη Τρότσκι και αρκετά μέλη της σοβιετικής ελίτ, ο Στάλιν προερχόταν από πιο ταπεινή, προλεταριακή καταγωγή. Δεν γνώριζε ξένες γλώσσες, δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για τους διανοούμενους και συχνά αντιμετωπιζόταν με περιφρόνηση από ορισμένα κορυφαία στελέχη του κόμματος, τα οποία τον θεωρούσαν πνευματικά κατώτερο. Παρ’ όλα αυτά, με υπομονή και επιμονή κατάφερε να εδραιώσει τη θέση του, μετατρέποντας σταδιακά το κομματικό αξίωμα του γενικού γραμματέα σε βασικό κέντρο εξουσίας.

Το 1927 εξουδετέρωσε πολιτικά τον Τρότσκι και μέχρι το 1929 είχε ουσιαστικά εξαλείψει κάθε ισχυρή αντιπολιτευτική φωνή. Την ίδια χρονιά έθεσε σε εφαρμογή το πρώτο πενταετές πρόγραμμα ανάπτυξης της Σοβιετικής Ένωσης, με στόχο τη ραγδαία εκβιομηχάνιση της χώρας. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1936, ξεκίνησε μια περίοδος που έμεινε γνωστή ως εποχή της μεγάλης τρομοκρατίας. Εκείνη την περίοδο σημειώθηκαν μαζικές διώξεις εναντίον κομματικών στελεχών, αξιωματούχων του κρατικού μηχανισμού, στρατιωτικών, επιστημόνων, καλλιτεχνών, ιερέων αλλά και απλών πολιτών που θεωρούνταν -βάσιμα ή όχι- ύποπτοι για αντιπολιτευτική στάση.

Τα θύματα του σταλινισμού υπολογίζονται σε εκατοντάδες χιλιάδες, ενώ ακόμη περισσότεροι ήταν όσοι εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και στα διαβόητα γκουλάγκ.

Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία για τον ίδιο και τη χώρα ήρθε με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι τεράστιες ανθρώπινες και υλικές απώλειες έφεραν τη Σοβιετική Ένωση αντιμέτωπη με υπαρξιακό κίνδυνο. Ο Στάλιν συγκέντρωσε στα χέρια του ακόμη περισσότερες εξουσίες, αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων το υπουργείο Πολέμου και τη διοίκηση του Κόκκινου Στρατού.

Οι τελικές νίκες του σοβιετικού στρατού δημιούργησαν ένα κύμα θαυμασμού στο εσωτερικό της χώρας και πολλοί Σοβιετικοί άρχισαν να τον αποκαλούν «σοφό ηγέτη» ή ακόμη και «πατερούλη».

Μετά το τέλος του πολέμου, ο Στάλιν βρέθηκε στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής σκηνής, μαζί με τον Φραγκλίνο Ρούζβελτ και τον Ουίνστον Τσόρτσιλ. Οι τρεις ηγέτες διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό το μεταπολεμικό σύστημα ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη.

Ο Στάλιν διατήρησε την απόλυτη πρωτοκαθεδρία στο κόμμα και στο κράτος μέχρι τον θάνατό του, στις 5 Μαρτίου 1953. Μετά την απώλειά του, οι στενοί συνεργάτες του προσπάθησαν να μετασχηματίσουν τον τρόπο διακυβέρνησης της Σοβιετικής Ένωσης, επιδιώκοντας μια μορφή συλλογικής ηγεσίας και διαχωρισμού εξουσιών.

Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Γκεόργκι Μαλενκόφ, ενώ τη θέση του πρώτου γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής κατέλαβε ο Νικήτα Χρουστσόφ. Η ισορροπία αυτή δεν κράτησε για πολύ. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 1955 είχε ξεσπάσει ένας νέος αγώνας εξουσίας, ο οποίος κατέληξε στην απομάκρυνση του Μαλενκόφ από την πρωθυπουργία και την αντικατάστασή του από τον Νικολάι Μπουλγκάνιν, στενό σύμμαχο του Χρουστσόφ.

Ο θάνατος του Στάλιν δεν σήμανε μόνο το τέλος της προσωπικής κυριαρχίας ενός από τους πιο ισχυρούς ηγέτες του 20ού αιώνα, αλλά αποτέλεσε και την αρχή μιας νέας, διαφορετικής περιόδου για τη Σοβιετική Ένωση και το παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό.