Σαν σήμερα, 4 Μαρτίου 1944, η Κοκκινιά μετατρέπεται σε πεδίο σκληρών οδομαχιών.

Η άνοιξη βρίσκει την Ελλάδα να μετρά ακόμη πληγές από τους βαρείς χειμώνες της ναζιστικής κατοχής, όμως το κλίμα έχει αρχίσει να αλλάζει.

Οι αντιστασιακές οργανώσεις εντείνουν τη δράση τους και οι επιτυχίες τους προκαλούν ανησυχία στους κατακτητές, που αναζητούν ένα χτύπημα ισχύος για να αποδείξουν ότι διατηρούν τον έλεγχο.

Η επιλογή της Κοκκινιάς δεν ήταν τυχαία. Στην πόλη δραστηριοποιείται το 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, ενώ ισχυρή είναι η παρουσία του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Η πλειονότητα των κατοίκων στηρίζει έμπρακτα την Αντίσταση, δυσκολεύοντας τις κατοχικές δυνάμεις σε κάθε τους κίνηση. Για τους ναζί, η περιοχή φαινόταν ιδανική για παραδειγματισμό.

Το Σάββατο 4 Μαρτίου, επίλεκτα γερμανικά τμήματα, μαζί με χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες, εισβάλλουν από δύο κατευθύνσεις.
Όμως οι αντάρτες και οι κάτοικοι έχουν προετοιμαστεί. Τα οδοφράγματα στήνονται, τα σπίτια γίνονται προπύργια και η πρώτη ημέρα κλείνει με τους επιτιθέμενους να αποχωρούν αργά τη νύχτα.

Η δεύτερη ημέρα αποδεικνύεται ακόμη πιο αιματηρή
. Οι γερμανικές δυνάμεις ρίχνουν στη μάχη βαρύ οπλισμό, επιδιώκοντας να τελειώνουν γρήγορα. Παρά την πίεση, η αντίσταση κρατά. Οι απώλειες των επιδρομέων αυξάνονται και το κλίμα στο στρατόπεδό τους βαραίνει. Ο δοτός δήμαρχος της πόλης, Γρηγόρης Χατζής, παραιτείται μέσα σε αυτό το τεταμένο σκηνικό.

Την τρίτη ημέρα οι μάχες πλησιάζουν στο κέντρο.
Κομβικά σημεία αλλάζουν χέρια, όμως το κόστος για τους επιτιθέμενους παραμένει υψηλό. Στην τέταρτη και κρισιμότερη φάση, από τα χαράματα, η σύγκρουση κορυφώνεται γύρω από την πλατεία Δαβάκη. Τα πυρομαχικά λιγοστεύουν επικίνδυνα για τον ΕΛΑΣ, που υποχωρεί προσωρινά. Πίσω από τον κινηματογράφο «Ορφέα» πέφτει νεκρός ο ταγματάρχης των Ταγμάτων Ασφαλείας Λαζάρου μαζί με άνδρες του και χωροφύλακες. Λίγο πριν το μεσημέρι, οι αντάρτες εξαπολύουν γενική αντεπίθεση με την εντολή να συνεχίσουν ακόμη και σώμα με σώμα. Ως το τέλος της ημέρας, οι γερμανικές δυνάμεις κατευθύνονται ξανά προς τον Κορυδαλλό και τη Νίκαια.

Στην πέμπτη ημέρα, η εικόνα δεν αλλάζει. Οι επιθέσεις αποκρούονται και η αδυναμία κατάληψης της πόλης γίνεται σαφής. Η αποχώρηση, ωστόσο, συνοδεύεται από εκτελέσεις. Στην πλατεία Αγίων Αναργύρων τέσσερις συλληφθέντες -ο υπαστυνόμος Νίκος Σαββαϊδης, ο δάσκαλος Γιώργος Βενέτας, ο Δημήτρης Τσακανίκας και ο Τσακάρας- εκτελούνται δημόσια. Παράλληλα, περίπου 300 κάτοικοι οδηγούνται αιχμάλωτοι στο στρατόπεδο του Στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Από αυτούς, 37 θα εκτελεστούν στα νταμάρια της περιοχής, ενώ οι υπόλοιποι θα υποστούν σκληρά βασανιστήρια στα κρατητήρια της Γκεστάπο.

Και κάπως έτσι, η μάχη της Κοκκινιάς περνά στην ιστορία ως μία από τις πιο ηχηρές συγκρούσεις της Κατοχής.


Χρόνια αργότερα, ο Μάνος Λοΐζος αντλεί έμπνευση από εκείνα τα γεγονότα και συνθέτει το «Ακορντεόν». Οι στίχοι του μιλούν για ένα σκοτεινό βράδυ, για ένα παιδί που κρατά τσίλιες παίζοντας μουσική και για μια ριπή που διακόπτει απότομα τον ήχο, μεταφέροντας στο σήμερα το κλίμα και την ένταση εκείνων των ημερών που σημάδεψαν την πόλη.