Σαν σήμερα, 10 Μαρτίου 1992, έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Γιώργος Ζαμπέτας, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία πορεία στο λαϊκό τραγούδι.

Ήταν 67 ετών όταν άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Σωτηρία», ύστερα από μάχη με καρκίνο στα οστά που είχε διαγνωστεί σε προχωρημένο στάδιο λίγους μήνες νωρίτερα.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας είχε γεννηθεί στις 25 Ιανουαρίου 1925 στην Ακαδημία Πλάτωνος. Η οικογένειά του καταγόταν από την Κύθνο. Ο πατέρας του, Μιχάλης Ζαμπέτας, εργαζόταν ως κουρέας, ενώ η μητέρα του, Μαρίκα Μωραΐτη, ήταν ανιψιά γνωστού βαρύτονου της εποχής. Από μικρό παιδί έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη μουσική.

Βοηθούσε στο κουρείο του πατέρα του, αλλά παράλληλα έπαιζε κρυφά μπουζούκι, προσπαθώντας να βγάλει τις πρώτες του μελωδίες. Ο ίδιος είχε πει ότι κάθε ήχος της φύσης τον γοήτευε και γινόταν πηγή έμπνευσης για τις συνθέσεις του.

Η πρώτη του μικρή διάκριση ήρθε το 1932, όταν, σε ηλικία μόλις επτά ετών και ως μαθητής της πρώτης δημοτικού, κέρδισε βραβείο σε σχολικό διαγωνισμό παίζοντας το πρώτο του τραγούδι.

Το 1938 γνώρισε τον Βασίλη Τσιτσάνη, μια γνωριμία που επηρέασε βαθιά τη μετέπειτα πορεία του. Δύο χρόνια αργότερα, το 1940, η οικογένεια μετακόμισε στο Αιγάλεω, στην Ιερά Οδό 309 και Σαλαμίνος 1. Από τότε ο Ζαμπέτας συνδέθηκε στενά με την πόλη, στην οποία χάρισε και το προσωνύμιο «Σίτι», έπειτα από περιοδεία του στη Βρετανία.

Μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, το 1942, δημιούργησε το πρώτο του συγκρότημα. Την εποχή εκείνη, μέσα σε συνθήκες φτώχειας, τραγουδούσαν καντάδες στα κορίτσια της γειτονιάς.


Στα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με σπουδαίους μουσικούς, όπως ο Μπάτης, ο Βαμβακάρης, ο Παπαϊωάννου, ο Χατζηχρήστος και ο Τσιτσάνης. Το 1952 ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι, «Σαν σήμερα, σαν σήμερα», με ερμηνευτή τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1954, ήρθε η μεγάλη επιτυχία με το «Αφήνω γεια», σε στίχους Κώστα Βίρβου και ερμηνευτή τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Η καλλιτεχνική του πορεία κορυφώθηκε τις δεκαετίες του 1960 και του 1970.
Εκείνη την περίοδο υπήρξε σολίστ σε έργα μεγάλων συνθετών, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Νίκος Μαμαγκάκης, ο Απόστολος Κουγιουμτζής και ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Παράλληλα εμφανιζόταν στα σημαντικότερα λαϊκά κέντρα διασκέδασης, ταξίδευε συχνά σε Ευρώπη και Αμερική και συμμετείχε σε περισσότερες από 100 ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γράφτηκαν μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια του.

Το 1973 ηχογραφήθηκε το «Μάλιστα κύριε», σε στίχους του Αλέκου Καγιάντα, ο οποίος του είχε στείλει τους στίχους από τη Γερμανία.
Ο Ζαμπέτας πρόσθεσε τη φράση «Μάλιστα κύριε», γιατί το τραγούδι του φαινόταν λειψό χωρίς αυτήν, και τελικά το ερμήνευσε ο ίδιος.

Την ίδια περίοδο γεννήθηκε και το τραγούδι «Πού ’σαι Θανάση», το οποίο είχε γράψει ο φίλος και συνεργάτης του Θανάσης Βασιλειάδης το 1972, όταν ο Ζαμπέτας βρισκόταν στην Αμερική και του έλειπε. Όταν ο Ζαμπέτας έμαθε τον θάνατο του φίλου του, επέστρεψε εσπευσμένα. Η μητέρα του Βασιλειάδη τού παρέδωσε έναν φάκελο με τους στίχους. Εκείνη την ίδια ημέρα συνέθεσε τη μουσική· όπως θυμόταν αργότερα η κόρη του, στο τέλος το μπουζούκι του είχε βραχεί από τα δάκρυά του.

Κατά τη δεκαετία του ’70 στράφηκε έντονα και στη σατιρική σκηνική παρουσία, παρουσιάζοντας τραγούδια και σόου με ιδιαίτερο χιούμορ, όπως «Ο Θανάσης», «Ο πενηντάρης» και «Μάλιστα κύριε».


Όπως έλεγε ο ίδιος: «Πολλά τραγούδια μπορεί να έχουν καλαμπούρι, αλλά αν τα προσέξεις έχουν και την πίκρα τους. Μέσα από την πλάκα και το μαύρο χιούμορ κρύβεται η πικρία. Κοροϊδεύοντας και βρίζοντας απευθύνομαι σε όλες τις καταστάσεις της ζωής, στους βλάκες και ανεγκέφαλους, στους νεόπλουτους, στους τάχα μου και στους κυβερνώντες μας».

Τη δεκαετία του ’80 το είδος αυτό άρχισε να υποχωρεί και οι συνεργασίες του δυσκόλεψαν, ενώ τα προβλήματα υγείας έγιναν πιο έντονα.
Σύμφωνα με μαρτυρία της κόρης του Κατερίνας, λίγοι στάθηκαν στο πλευρό του εκείνα τα χρόνια, ανάμεσά τους ο Δημήτρης Μητσιάς, ο Ξενοφών Φιλέρης και η Μάρθα Βούρτση.

Στην προσωπική του ζωή είχε παντρευτεί το 1952 την Αργυρώ, την οποία είχε γνωρίσει όταν εκείνη ήταν 15 ετών. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά, τη Μαρίκα το 1953, την Κατερίνα το 1954 και τον Μιχάλη το 1956.

Μια ιδιαίτερη σύμπτωση σημάδεψε αργότερα την οικογένεια. Ο γιος του Μιχάλης πέθανε επίσης στις 10 Μαρτίου, το 2008, από καρκίνο, την ίδια ημερομηνία με τον πατέρα του. Ενδιάμεσα είχαν φύγει από τη ζωή η σύζυγός του Αργυρώ και η μεγάλη του κόρη Μαρίκα.

Τα τραγούδια του ηχούν ακόμα και σήμερα στις γειτονιές,
στα πάλκα και στα σπίτια, ενώ ο Δήμος Αιγάλεω τον τίμησε δύο φορές εν ζωή και μια πλατεία κοντά στο σπίτι του φέρει το όνομά του, κρατώντας ζωντανή τη σχέση του με την πόλη που αγάπησε και εμπνεύστηκε. Με το μοναδικό παίξιμο στο μπουζούκι, το χιούμορ και τον αυθορμητισμό του, η διαδρομή του παραμένει οδηγός για όποιον αγαπά το λαϊκό τραγούδι.