Ήταν λίγο μετά τις τρεις τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου 1980 όταν το κέντρο της Αθήνας άρχισε να φωτίζεται αλλόκοτα.
Όχι από τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, αλλά από τις φλόγες που τύλιγαν δύο από τα πιο εμβληματικά πολυκαταστήματα της χώρας, το «Μινιόν» και τον «Κατράντζο». Μέσα σε λίγα λεπτά, η καρδιά του αθηναϊκού εμπορίου μετατράπηκε σε κόλαση.
Οι πυρκαγιές ξέσπασαν σχεδόν ταυτόχρονα. Εκρήξεις ακούστηκαν, τζαμαρίες έσπασαν και οι φλόγες άρχισαν να ξεπηδούν από ορόφους γεμάτους εμπόρευμα, παιχνίδια, υφάσματα και χριστουγεννιάτικες βιτρίνες που δεν πρόλαβαν ποτέ να υποδεχθούν κόσμο. Παρά την άμεση κινητοποίηση της Πυροσβεστικής, η μάχη ήταν άνιση. Το Μινιόν καταστράφηκε ολοσχερώς, ενώ το κτήριο του Κατράντζου κατέρρευσε, αφήνοντας πίσω του μόνο καπνό, στάχτη και σιωπή.
Δεν υπήρξαν νεκροί. Κι όμως, οι πραγματικές απώλειες φάνηκαν τις επόμενες ημέρες. Περισσότεροι από 2.000 εργαζόμενοι βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς δουλειά, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα. Ολόκληρες οικογένειες εξαρτιόνταν από αυτά τα καταστήματα, που δεν ήταν απλώς χώροι αγορών, αλλά σημεία αναφοράς της αστικής ζωής. Το Μινιόν, ειδικά, ήταν για δεκαετίες συνώνυμο της παιδικής ηλικίας, της βιτρίνας που σταματούσε την πόλη.
Την ευθύνη ανέλαβε λίγες ημέρες αργότερα η «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης ’80», με προκηρύξεις που μιλούσαν για «σύμβολα του καπιταλισμού» και απειλές που πάγωσαν την κοινή γνώμη. Το σοκ ήταν διπλό, από την μία πλευρά ήταν το μέγεθος της καταστροφής, και από την άλλη ήταν η αίσθηση ότι η τρομοκρατία είχε πλέον περάσει σε μια νέα, πιο ωμή φάση, χτυπώντας αδιάκριτα την κοινωνία.
Οι οικονομικές επιπτώσεις ήταν τεράστιες. Οι ζημιές, που αρχικά υπολογίστηκαν σε δισεκατομμύρια δραχμές, αποδείχθηκαν πολύ μεγαλύτερες. Το σημαντικότερο όμως ήταν άλλο, ότι η πυρπόληση του Μινιόν και του Κατράντζου σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής. Το μοντέλο των μεγάλων ελληνικών πολυκαταστημάτων δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το κέντρο της Αθήνας άλλαξε πρόσωπο, ενώ ξένες αλυσίδες και νέα εμπορικά πρότυπα πήραν τη θέση τους.
Σαν σήμερα, 45 χρόνια μετά, οι φλόγες εκείνης της νύχτας δεν έχουν σβήσει από τη συλλογική μνήμη. Γιατί δεν έκαψαν μόνο κτήρια. Έκαψαν αναμνήσεις, βεβαιότητες και ένα κομμάτι της μεταπολιτευτικής αθωότητας της πόλης.


