Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης πήρε τον λόγο αμέσως μετά τις τοποθετήσεις του προέδρου του ΕΛΚ, Μάνφρεντ Βέμπερ, και του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη.
Απευθυνόμενος στον κ. Βέμπερ, ο Έλληνας πρωθυπουργός ξεκαθάρισε τη γεωπολιτική στρατηγική της Αθήνας, υπογραμμίζοντας ότι «στις συζητήσεις στην ΕΕ για τη στρατηγική αυτονομία, την κοινή άμυνα και τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό η Ελλάδα θα είναι παρούσα για να στηρίξει μια ισχυρή Ευρώπη».
Συμπλήρωσε μάλιστα πως μια ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση «στηρίζει την Ελλάδα που με τη σειρά της κάνει σημαντικά βήματα προόδου», επιβεβαιώνοντας τη θέση της χώρας στον σκληρό πυρήνα των ευρωπαϊκών αποφάσεων.
Στη συνέχεια, ο κ. Μητσοτάκης στράφηκε προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη, εξαίροντας το εξαιρετικό επίπεδο συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες. Επεσήμανε ότι «η αναγνώριση των πολύ στενών δεσμών Ελλάδας και Κύπρου ως αποτέλεσμα αυτονόητης στήριξης της Κύπρου από την Ελλάδα έδρασε ως καταλύτης ώστε οι ψυχικοί δεσμοί μεταξύ μας να είναι πιο ισχυροί από ποτέ».
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός έθεσε και ένα σημαντικό ορόσημο για το μέλλον, υπενθυμίζοντας ότι «η Ελλάδα θα αναλάβει την προεδρία της ΕΕ το Β εξάμηνο του 2027», συμπληρώνοντας με νόημα πως «σίγουρα οι έλληνες πολίτες στις εκλογές του 2027 θα επιλέξουν ποιος πρωθυπουργός και ποια κυβέρνηση μπορεί να εκπροσωπήσει τη χώρα σε αυτή την πολύ σημαντική ευρωπαϊκή υποχρέωση».
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα προς τους εκπροσώπους των αντιπολιτευόμενων κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά) που παρακολουθούσαν τις εργασίες του Συνεδρίου.
Χαρακτήρισε την παρουσία τους ως «ένδειξη πολιτικού πολιτισμού» και δεσμεύτηκε ότι η κυβερνώσα παράταξη θα συνεχίσει να επιδιώκει τη χαμηλών τόνων αντιπαράθεση. «Θα εξακολουθούμε να επιμένουμε σε ένα αναβαθμισμένο επίπεδο πολιτικού διαλόγου. Είμαστε πολιτικοί αντίπαλοι όχι εχθροί, έχουμε κοινούς εχθρούς τα προβλήματα των πολιτών», κατέληξε ο πρωθυπουργός.