Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με το ΠΑΣΟΚ επικεφαλής, ψάχνουν για ψηφοφόρους που δεν υπάρχουν πια, ενώ οι υπάρχοντες έχουν προχωρήσει σε μια πιο πραγματιστική θεώρηση της πολιτικής.
Σε μια κοινωνία που έχει πλέον εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες, η αντιπολίτευση είναι εγκλωβισμένη σε έναν «αναλογικό» λόγο σε μια «ψηφιακή» εποχή. Αναλώνεται στη «σκανδαλολογία», αδύναμη και ανίκανη να συγκροτήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την οικονομία και τους θεσμούς.
Οι αναφορές σε «κοινωνικούς αγώνες» του ’80 ακούγονται στους νέους σαν μάθημα ιστορίας, όχι σαν λύση για το ενοίκιο ή την εργασιακή ανασφάλεια. Ο σημερινός νέος ψηφοφόρος ενδιαφέρεται για το αν το κράτος λειτουργεί ψηφιακά και αν η οικονομία είναι σταθερή, όχι για το αν τα κόμματα χρησιμοποιούν το «σωστό» αριστερό ή δεξιό λεξιλόγιο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αυτό το κενό αξιοποίησε, υιοθετώντας μια σύγχρονη γλώσσα επικοινωνίας και εφαρμοσμένης πολιτικής, αφήνοντας την αντιπολίτευση περιχαρακωμένη σ’ έναν συνθηματικό λόγο που θυμίζει ασπρόμαυρη τηλεόραση.
Η ρητορική περί «λαϊκών αγώνων» και «δεξιάς συντήρησης» ηχεί ξένη στη νέα γενιά που ασχολείται με την τεχνητή νοημοσύνη, ενδιαφέρεται για την ευέλικτη εργασία και την ανταγωνιστικότητα. Το κοινό που θα κρίνει τις εκλογές δεν αναζητά ιδεολογική δικαίωση, αλλά αποτελεσματικότητα στη διαχείριση της καθημερινότητας.