Με αφορμή την αύξηση του κατώτατου μισθού, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιδίδονται σε πλειοδοσία υποσχέσεων χωρίς κοστολόγηση και ρεαλιστικό σχέδιο.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης άναψε φωτιές στο πολιτικό σκηνικό, με την αντιπολίτευση να αντιδρά σφοδρά, επιλέγοντας για ακόμη μία φορά τη γνώριμη συνταγή του εύκολου λαϊκισμού, των υπερβολών και των «λεφτόδεντρων», αποφεύγοντας επιμελώς κάθε συζήτηση για τις αντοχές της οικονομίας και τη βιωσιμότητα των προτάσεών της.

Η ένταση της ρητορικής δεν είναι τυχαία· αποτελεί το αναμενόμενο μοτίβο μιας αντιπολίτευσης που επενδύει περισσότερο στην εντύπωση παρά στην τεκμηρίωση. Με κοινό παρονομαστή την απόρριψη κάθε κυβερνητικής πρωτοβουλίας, αλλά χωρίς συγκροτημένο και κοστολογημένο αντίλογο, τα κόμματα επιλέγουν να κινηθούν σε παράλληλες τροχιές πλειοδοσίας. Από τη «μετριοπαθή» κριτική μέχρι τις ακραίες καταγγελίες, το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: περισσότερος θόρυβος, λιγότερη ουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να δει κανείς ξεχωριστά πώς κάθε πολιτικός χώρος επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει επικοινωνιακά το ζήτημα του κατώτατου μισθού.

Η παροχολογία και τα «λεφτόδεντρα»

Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής εμφανίστηκε για ακόμη μία φορά να ισορροπεί ανάμεσα σε ρόλους, επιχειρώντας να πείσει ότι διαθέτει «υπεύθυνη» πρόταση, αλλά καταλήγοντας σε μια αναμενόμενη καταγγελία χωρίς ουσία. Από τη μία μιλά για «ανεπαρκή αύξηση» και από την άλλη επικαλείται συλλογικές διαπραγματεύσεις ως πανάκεια, λες και η αγορά εργασίας λειτουργεί σε κενό αέρος. Η ρητορική του θυμίζει περισσότερο ασκήσεις αντιπολίτευσης προηγούμενων δεκαετιών, παρά σύγχρονη πολιτική πρόταση που λαμβάνει υπόψη τον διεθνή ανταγωνισμό και τις δημοσιονομικές ισορροπίες.

Στον δικό του, απολύτως προβλέψιμο ιδεολογικό μονόλογο, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας καταγγέλλει «αυξήσεις-κοροϊδία», επαναλαμβάνοντας τη γνωστή ρητορική περί «κεφαλαίου» και «πολεμικής οικονομίας». Μόνο που, για ακόμη μία φορά, αποφεύγει να εξηγήσει πώς ακριβώς θα χρηματοδοτηθούν οι μαξιμαλιστικές του προτάσεις σε μια ανοιχτή οικονομία. Η συνταγή παραμένει ίδια: γενικές αυξήσεις παντού, μείωση ωραρίου, περισσότερες παροχές – χωρίς καμία αναφορά στο κόστος ή στις επιπτώσεις στην απασχόληση.

Από την πλευρά της, η Νέα Αριστερά επιχειρεί να επενδύσει επικοινωνιακά στην αγανάκτηση, μιλώντας για «αυξήσεις-απάτη» και μετατρέποντας τη συζήτηση σε λογιστικό μικροπολιτικό παιχνίδι των… λεπτών του ευρώ ανά ημέρα. Η δραματοποίηση της καθημερινότητας μπορεί να δημιουργεί εντυπώσεις, αλλά δεν συνιστά πολιτική. Ιδίως όταν συνοδεύεται από μηδενική αναφορά στο πώς θα επιτευχθούν οι «πραγματικές αυξήσεις» που υπόσχεται, σε ένα περιβάλλον διεθνούς ενεργειακής αβεβαιότητας και πληθωριστικών πιέσεων.

Το κοινό νήμα που διαπερνά το σύνολο της αντιπολίτευσης είναι σαφές: εύκολες καταγγελίες, σκληρή γλώσσα και πλήρης απουσία εφαρμόσιμων λύσεων. Την ώρα που η κυβέρνηση θέτει μετρήσιμους στόχους –αύξηση μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ και κατώτατου στα 950 ευρώ έως το 2027– οι αντίπαλοί της επιλέγουν να επενδύσουν στο πολιτικό κόστος, όχι στη σοβαρή εναλλακτική. Σε μια περίοδο που απαιτείται ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική στήριξη και τη δημοσιονομική σταθερότητα, ο λαϊκισμός μπορεί να είναι εύκολος· η ευθύνη, όμως, παραμένει ζητούμενο.