Η επόμενη ημέρα του Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ αφήνει μια επίγευση νοσταλγικής συνθηματολογίας και ξεπερασμένου αντιπολιτευτικού λόγου.
Διαπιστώσεις που δεν θα είχαν ιδιαίτερη σημασία εάν το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά κόμμα διαμαρτυρίας που ανταγωνίζεται σε παροχολογία και πομφόλυγες τα κόμματα-νομάδες του αριστερού μανιχαϊσμού.
Ωστόσο το πολιτικό σύστημα και επιπλέον η πολυπλοκότητα των προβλημάτων απαιτούν κάτι περισσότερο από ένα κόμμα εντυπωσιακών συνεδρίων κι έναν αρχηγό-«συγκεντρωσιάρχη» που δεν είναι ικανός να «διαβάσει» την πολιτική πραγματικότητα ώστε να αναλάβει την ευθύνη προς το συμφέρον της χώρας και των πολιτών.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει επιλέξει τον δρόμο της μετωπικής σύγκρουσης. Μια επιλογή που φαίνεται πιο τακτική παρά στρατηγική: εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να αποδυναμωθεί η κυβέρνηση, αντί να αξιοποιήσει την ευκαιρία για εποικοδομητική αντιπαράθεση. Δεν έχει τη βούληση –ίσως και την ικανότητα– να καταλάβει ότι υπό τις παρούσες συνθήκες η συναίνεση δεν σημαίνει συνεργασία με την κυβέρνηση, αλλά πράξη ευθύνης.
Τη λογική της διαρκούς σύγκρουσης, με χαρακτηριστικά προσωπικής «βεντέτας», που ξεκίνησε και συνεχίζει ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, επιβεβαίωσε το Συνέδριο. Διότι ο σκοπός του Συνεδρίου, τελικά, δεν ήταν η κυβερνησιμότητα του ΠΑΣΟΚ, αλλά η εσωκομματική ισχύς του Νίκου Ανδρουλάκη.