Οφείλει η Βουλή να διυλίσει επισταμένως την εκάστοτε δικογραφία ως περιπτωσιολογικώς και κατά διάκριση άγεται ενώπιόν της προς άρση ή μη της ασυλίας.

Τις τελευταίες ημέρες, εκόντες άκοντες, γινόμεθα κοινωνοί μιας αντικρουόμενης «παραφωνίας» ειδησεογραφικής σκανδαλολογίας, η οποία αφενός προξενεί εύλογη μήνι εις τους μύστες του Δικαίου, εννοώ τους δικηγόρους, και εξ ετέρου ικανοποιεί το ευήκοον ους των συνωμοσιολόγων και τοξικών σκανδαλοθήρων, οι οποίοι πρώτοι τον λίθον θέτουν ενάντια προς τα φερόμενα ως εμπλεκόμενα ονόματα εις τις νεοεισελθείσες δικογραφίες, σχετιζόμενες εμμέσως ή αμέσως με την υποκείμενη υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Είναι πρόδηλον ότι ο νομικός πολιτισμός ερείδεται εις τον αυξημένης τυπικής ισχύος Καταστατικό Χάρτη, ο οποίος είναι, εκ των ων ουκ άνευ, το Σύνταγμα, καθώς και εις τους δικαιοκρατικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθώς ωσαύτως και το εν ισχύι Ενωσιακό Δίκαιο.

Ειδικότερον δε, το άρθρο 26 καθίσταται εναργές διά τη διάκριση των εξουσιών εις νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική, στη διάκριση των οποίων ουδόλως περιλαμβάνεται αυτή των ΜΜΕ, την προσφιλή μας τηλεόραση, η οποία τείνει να υπερτερήσει και να καταστεί «βασιλικωτέρα του βασιλέως», υποκαθιστώντας ιταμώς τις εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές, προξενώντας αφενός υπερεκχειλίζουσα σύγχυση εις την κοινή γνώμη, συσκοτίζοντας την αλήθεια και εξ ετέρου καταλύοντας εκκωφαντικώς θεμελιώδεις δικονομικές δικλίδες ασφαλείας, απόρροια του Κράτους Δικαίου, με αποτέλεσμα να διαπομπεύεται ο εκάστοτε βουλευτής.

Ενδεικτικώς, δημοσιοποιούνται χωρία εκ της δικογραφίας, γεγονός παράνομο, και συν τοις άλλοις οι αυτόκλητοι «τηλε-ανακριτές», «τηλε-εισαγγελείς» και «τηλε-δικαστές» εξάγουν συμπεράσματα εκ των υποβληθέντων προς τους υπόδικους βουλευτές ερωτήσεων ως μη έδει, δοθέντος ότι στερούνται των θεσμικών εγγυήσεων και της δικαιοδοσίας, καθώς μηδόλως επισκοπούν καθολικώς όλα τα στάδια της σχηματισθείσης δικογραφίας, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αλγεινές εντυπώσεις και να εντυπώνονται εσφαλμένες βεβαιότητες προς ορισμένα πρόσωπα στην κοινή γνώμη, κατά τρόπο προδήλως αντίθετο με τον θεσμό του τεκμηρίου της αθωότητας κατ’ άρθρο 72 του ΚΠΔ.

Με συνέπεια να παγιώνεται ακολούθως στην κοινή σκέψη ότι ο εκάστοτε βουλευτής καθίσταται ήδη ένοχος, τη στιγμή κατά την οποία αληθές είναι ότι με την ψήφιση της άρσεως ή μη της ασυλίας κατ’ άρθρο 56 του ΚΠΔ απλώς δίδεται άδεια ίνα καμφθούν τα άρθρα 61 και 62 του Συντάγματος, ώστε να ενεργηθούν οι ανακριτικές πράξεις εν τω πλαισίω της προκαταρκτικής εξέτασης κατ’ άρθρα 243 και 244 του ΚΠΔ, προκειμένου να εξακριβωθεί η συνδρομή ή μη επαρκών ενδείξεων τελέσεως της φερόμενης πράξης.

Ούτως ώστε, εάν και εφόσον πράγματι συντρέχουν, να ασκηθεί ποινική δίωξη, οπότε και μόνον τότε αποκτάται η ιδιότητα του κατηγορουμένου κατ’ άρθρο 72 του ΚΠΔ, και παύει ο διωχθείς να φέρει την ιδιότητα του υπόπτου κατ’ άρθρο 244 παρ. 1 του ΚΠΔ.

Πλην όμως του νομικού σκέλους, το οποίο παρασιωπάται και απεμπολείται δίκην εντυπωσιοθηρίας εκ των ΜΜΕ, έτι περαιτέρω εξοβελίζεται εκ της συζητήσεως το προστατευτικό πεδίο του άρθρου 62 του Συντάγματος, αναφορικώς με την ύπαρξη της ασυλίας του βουλευτή, ο οποίος φέρεται ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Η εν θέματι διάταξη προστατεύει τον βουλευτή από τυχόν προσχηματική δίωξη με πολιτικά κίνητρα, εξ ου και συνιστά η προστασία αυτή ένα είδος «αστυνομικής προστασίας» ως αντιπροσώπου του έθνους.

Ως εκ τούτου, απαιτείται, διά να αρθεί η ασυλία του, να εξετάσει ενδελεχώς ο εκάστοτε βουλευτής, προτού διατυπώσει την ανέλεγκτη συνειδησιακή κρίση του διά της ψήφου του, κατά πόσο το φερόμενο αδίκημα συνδέεται στενώς με την εκτέλεση των καθηκόντων του ή μη.

Ως εκ τούτου, οφείλει το σώμα της Βουλής να διυλίσει επισταμένως την εκάστοτε δικογραφία ως περιπτωσιολογικώς και κατά διάκριση άγεται ενώπιον της Βουλής προς άρση ή μη της ασυλίας, έχοντας υπ’ όψιν το πλέγμα των ως άνω διατάξεων.

Γεγονός το οποίο επιβάλλεται να συντελεσθεί ως μία διαδικαστική εγγύηση διαφάνειας, για τη δικαιοπολιτικώς ορθή ερμηνεία του άρθρου 62 του Συντάγματος, σε συνάρτηση με το άρθρο 20 για το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και το άρθρο 4 παρ. 2 για την ισότητα, αναφορικώς εντέλει με την επίμαχη άρση της ασυλίας των βουλευτών.

Εν κατακλείδι, η εμβριθής νομική σκέψη και ανάλυση είθε να αποτελέσει το εργαλείο για την ορθή εκδήλωση της ελευθέρας κατά συνείδηση ψήφου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ως άνω νομικές σκέψεις και προβληματικές περί την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 62 του Συντάγματος, ώστε να μην καταστούν έρμαια των «τηλεδικείων».

*Ο Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και ΣτΕ, ανεξάρτητος βουλευτής.