Είναι πρόδηλον ότι το αχανές τοπίο του διαδικτύου επέφερε πολλές ευκολίες, αλλά δημιούργησε και δυσανάλογα πολλαπλά και ετερόκλητα προβλήματα, δηλαδή ναι μεν δημιούργησε την αίσθηση της απολύτου ελευθερίας, του πλουραλισμού, της δυνατότητας ελευθέρας εκφράσεως της γνώμης, της διακινήσεως των ιδεών και στοχασμών, άνευ ουδενός περιορισμού ή λογοκρισίας μίας απόψεως, καθότι παλαιότερον ο κόσμος ήτο ριζικώς αποκλεισμένος από τον έντυπο τύπο και τα παραδοσιακά ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Σήμερον, εις το διαδίκτυο, δύναται ο καθείς να αναπτύξει απροσκόπτως τις απόψεις του, πλην όμως, ως διεφάνη εν τη πορεία των εξελίξεων, η ελευθερία τοιαύτη, αν ακαρεί χρόνω, μετετράπη σε ασυδοσία, λόγω της καταχρηστικής επιβουλής των μέσων κοινωνικής δικτυώσεως εξ ορισμένων επιτηδείων, οίτινες δεν ορρωδούν προ ουδενός, ενεργούν αυθαίρετα καταστρατηγώντας παν ψήγμα νομιμότητας και ηθικής δεοντολογίας και εκμεταλλεύονται στυγνώς τον κυβερνοχώρο, ως δορά και μανδύα, απολαμβάνοντες την ανομία τους, ίνα διαπράξουν ανενόχλητοι ποινικά αδικήματα, δοθέντος ότι αποτελεί ο κυβερνοχώρος, συν τοις άλλοις, και πρόσφορο έδαφος για την πολυσχιδή δραστηριότητα εγκληματικών οργανώσεων.

Το λεγόμενο κυβερνοέγκλημα ήλθε στο προσκήνιο, όπου επίδοξοι περιηγητές, καταχρώμενοι το ρευστό και διαρκώς μεταβαλλόμενο νομοθετικό πλαίσιο, σφετερίζονται το διαδίκτυο, εμφυλοχωρώντας σε προσωπικά δεδομένα και σε ψηφιακούς λογαριασμούς, δημιουργώντας ένα παγκόσμιο δίκτυο εγκληματικότητας, δια μέσου διαδικτύου ή με απάτες μέσω υπολογιστών, βλάπτοντας ανεπανόρθωτα τα θύματά τους και αιφνιδιάζοντας δυσμενώς τους θεσμούς της διεθνούς ασφάλειας.

Η νέα ποινική πραγματικότητα αποκρυσταλλώθηκε την τελευταία 20ετία, με σωρεία υποθέσεων εγκλημάτων τετελεσμένων και εν αποπείρα, κατ’ εξακολούθηση, κατά συρροή αλλά και με ηθικούς αυτουργούς, δηλαδή ιθύνοντες νόες «εγκέφαλους», οι οποίοι παρακινούν και υποδαυλίζουν, εν κρυπτώ και παραβύστω, διαδικασίες μέσω των υπολογιστών.

Τα αδικήματα αυτά, τόσο πλημμεληματικού όσο και κακουργηματικού χαρακτήρα, κατέτειναν εις την βάναυση προσβολή των προστατευόμενων εννόμων αγαθών, όπως η προσωπικότητα, η ηθικοοικονομική αξία του προσώπου, ο ιδιωτικός βίος, το αίσθημα της ασφάλειας, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, η πνευματική ιδιοκτησία, τα περιουσιακά στοιχεία, η παιδική ανηλικότητα, το δικαίωμα της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης κ.ά.

Η έξαρση του οργανωμένου και παγκοσμίου κυβερνοεγκλήματος αποτελεί μία δυστοπική και ζοφερή πραγματικότητα, η οποία δέον όπως αντιμετωπισθεί προσηκόντως, τόσο διασυνοριακά αλλά και εις την εκάστοτε επιμέρους έννομη τάξη, κατά τρόπο συνάδοντα προς την Συνταγματική έννομη τάξη, καθότι την σήμερον ημέρα το διαδίκτυο, πέραν της χρησιμότητάς του, εν πολλοίς εγκυμονεί πολλούς κινδύνους και συνιστά οπωσούν ένα ναρκοθετημένο πεδίο, εάν κανείς δεν τηρεί απαρεγκλίτως ορισμένους θεμελιώδεις κανόνες ασφαλούς πλοήγησης, μη υπερεκθέσεως και ιδιαίτερης προστασίας των εννόμων αγαθών του.

Εν τη πατρίδι μας, έχουμε τοσούτον εις την ποινική νομοθεσία (με αυτοτελείς ειδικές υποστάσεις, οίτινες τυποποιούν ποινικώς κολάσιμες πράξεις) αλλά και εις την αστική έννομη τάξη, δια αδικοπραξίας αξιόποινες πράξεις, πλην όμως υπάρχουν και αυτοτελή εγκλήματα, τα οποία έχουν δημιουργηθεί αυτοφυώς και εκ του μη όντος εν τω πλαισίω του διαδικτύου, όπως ενδεικτικώς: η παιδική πορνογραφία μέσω διαδικτύου, η εκβίαση ή απειλή, ιδίως εις ανήλικα παιδιά, οι απάτες μέσω υπολογιστών, αποβλέποντας εις τον παράνομο προσπορισμό περιουσιακών ωφελημάτων, καθώς και η διαδικτυακή τρομοκρατία (προπαρασκευή επιθέσεων, καλλιέργεια ρητορικής μίσους, διέγερση σε ανυπακοή κατά των δημοκρατικών θεσμών, τεχνητή νοημοσύνη και τρομοκρατία).

Έτι περαιτέρω, ιδίως εις την Ελλάδα, η διασπορά ψευδών ειδήσεων, ήτοι η εκ του μη όντος δημιουργία ανυπόστατων και καθολικώς αφισταμένων ειδήσεων εκ της πραγματικότητας, ή η συντεταγμένη φαιά προπαγάνδα προς θεσμικά πρόσωπα, πλήττουν την ποιότητα της δημοκρατίας και αμαυρώνουν καιρίως την ελευθερία του λόγου, καθότι δημιουργούν μία ψευδή και τοξική πραγματικότητα δια την κοινωνία.

Ασφαλώς, η αστική και ποινική νομοθεσία καθίσταται αρκούντως ικανοποιητική, εξομοιώνοντας αδιαστίκτως τα αδικήματα του κυβερνοχώρου με τις ειδικές διαδικασίες των «παραδοσιακών» αδικημάτων, πλην όμως η Πολιτεία οφείλει να γρηγορεί, διότι ο κυβερνοχώρος ομοιάζει με μία ψαθυρή και ευδιάσειστη άμμο, η οποία τίκτει καινοφανείς και ευρηματικούς τρόπους διαπράξεως αδικημάτων, εξ ού και επιβάλλεται να θεσπίζεται το πλέον επιστημονικώς άρτιο γενικοπροληπτικό σύστημα, προς αποτροπή μετατροπής της ελευθερίας του λόγου σε προσχηματικό όργανο εγκληματικών πράξεων.

Εν κατακλείδι, η ελευθέρα πληροφόρηση και η ειδησεογραφία, καθώς και η ανιδιοτελής και σύννομη κριτική ή ακηδεμόνευτη εκφορά του λόγου, δέον όπως προστατεύονται προσηκόντως από το οργανωμένο έγκλημα, το οποίο υποσκάπτει τα δημοκρατικά θεμέλια, μετατρέποντας το διαδίκτυο και τον κυβερνοχώρο σε ένα άναρχο και ακανόνιστο τοπίο, εις το οποίο κατισχύουν οι κανόνες της «ζούγκλας». Ως εκ τούτου, το νομοθετικό κενό τούτο ήδη έχει εντοπισθεί από τη Νέα Δημοκρατία για τη θέσπιση των αναγκαίων ρυθμίσεων προς την πάταξη τέτοιου είδους έκνομων συμπεριφορών, διαμορφώνοντας ένα ασφαλέστερο μέλλον.

Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς
Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και ΣτΕ
Ανεξάρτητος Βουλευτής