Η τοξικότητα του πολιτικού παρασκηνίου ουδόλως έχει μειωθεί, εις τον αντίποδα δε αναζωπυρούται, χάριν μικροπολιτικών ιδιοτελών σκοπιμοτήτων.

Εν όψει της ολοταχούς πορείας μας προς τον Γολγοθά, δοθέντος ότι βιώνουμε την τέταρτη εβδομάδα, μετά τις τέσσερις στάσεις των Χαιρετισμών προς την Υπεραγία Θεοτόκο, απαγγέλλουμε, την διαδραμούσα εβδομάδα, τον εκπάγλου ομορφιάς Ακάθιστον Ύμνον, βαίνοντες προς την έναρξη της Μεγάλης και Αγίας Εβδομάδος του Εκουσίου Πάθους του Κυρίου μας.

Παρά ταύτα, η τοξικότητα του πολιτικού παρασκηνίου ουδόλως έχει μειωθεί, εις τον αντίποδα δε αναζωπυρούται, χάριν μικροπολιτικών ιδιοτελών σκοπιμοτήτων, τις οποίες ορισμένοι επικεφαλής κομμάτων φρονούν ότι δέον όπως κατισχύει προς τον πολιτικό βίο, διότι καθ’ ον τρόπον, πείθεται η κοινή γνώμη, ότι δήθεν παράγεται ουσιωδώς πολιτική.

Εν άλλοις λόγοις, οι ίδιοι, αυτής δηλαδή της ποιότητας πολιτικοί, στοχεύουν, προς άγραν ψήφων, εκείνους οι οποίοι σκέπτονται ανορθόλογα, όντες ευάγωγοι και ευεπίφοροι προς την ποδηγέτηση και ετεροκατεύθυνση, καθότι ψηφίζουν όσους αμιγώς θορυβούν ως κύμβαλα αλαλάζοντα, ανεξαρτήτως του διαλαμβανομένου περιεχομένου της ασκουμένης πολιτικής τους ή μη.

Τους ηδονίζει και τους ικανοποιεί απολύτως η γηπεδική νοοτροπία συνθηματολογίας, η ρητορική μίσους, ο διχοστατικός φανατισμός και η φληναφηματική πομφοληγοθηρία, πρόκειται εν άλλαις λέξεσι διά τους ψηφοφόρους οι οποίοι αρέσκονται εις τον «άρτον και τα θεάματα» και όχι εις την ουσία των πολιτικών τεκταινομένων και των ακανθωδών κοινωνικών ζητημάτων.

Η αλήθεια αντικαθίσταται από συνωμοσιολογικά σενάρια και συνακολούθως τρέφονται από την αυτοηρωοποίησή τους ότι δήθεν καθίστανται διαπρύσιοι κήνσορες της μίας, μοναδικής και αυθεντικής αληθείας και αποκλειστικοί εκπρόσωποι αυτής, υπηρετούντες δήθεν τον αγώνα του «καλού» κατά του «κακού», πλην όμως εις την προκρούστεια αυτήν λογική, ή τον μηδενιστικό εξισωτικό τρόπο σκέψης κατισχύει μιας δογματικώς φανατικής αντιλήψεως περί της ορθής ερμηνείας των πραγμάτων, η οποία, εν τη κυριολεξία, τους τυφλώνει.

Η αντικατάσταση της εμπεριστατωμένης ορθολογικής στάσης από την εντυπωσιοθηρία αλλοιώνει το επίπεδο του δημοσίου διαλόγου και νοθεύει την ποιότητα της δημοκρατίας μας, διότι η αντιπαράθεση παγιώνεται σε μία μικροπολιτική άγονη λογική, η οποία εξυπηρετεί ιδιοτελείς σκοπιμότητες, εξικνουμένη πέραν και πάνω από την επίλυση των προβλημάτων, αλλά κατατείνει εις το πώς θα καταπεισθεί η μάζα και το κομματικό ποίμνιο του καθ’ εκάστου κόμματος.

Ο πολίτης όστις αδυνατεί να κρίνει δυνάμει ορθολογιστικών κριτηρίων ή να επισκοπήσει σφαιρικώς και πολυπλεύρως το πολιτικό γίγνεσθαι, λόγω ελλείψεως γνώσεων ή διεισδυτικής μεθοδολογίας εις τα τεκταινόμενα, αποκτά αντανακλαστικά γηπεδικού τύπου, ήτοι μίας άκρατης και άναρθρης διαμαρτυρίας, άνευ αιτιώδους στοχεύσεως, απλώς με αυτοσκοπό το να αντιδρά διά να αντιδρά, αυτοαναγορευόμενος ως κατ’ επάγγελμα αντιρρησίας ή σταυροφόρος διαμαρτυρίας καθώς και αυτόκλητος επαναστάτης ασφαλώς χωρίς αιτία.

Το φαινόμενο αυτό δηλαδή του φενακισμένου και ψευδεπίγραφου επαναστάτου άνευ λόγου και αιτίας αλλά με μία συνθηματολογία συλλήβδην αφορισμού κατά απάντων, ευδοκιμεί, κατά την περίοδο ταύτη, εις τη σημερινή Βουλή, συνεφέλκοντας και μία υδαρή μορφή πνευματικώς ευνουχισμένης μάζης εν τη κοινωνία, ήτις επιδοκιμάζει στεντορείως, αυτήν την πρακτική, πρόκειται διά τους κατά το προσφυώς λεγόμενον, «χαυνοπολίτες», τους κεχηνώς ισταμένους, οίτινες τείνουν ευήκοον ους εις οτιδήποτε προκαλεί άναρθρο θόρυβο ή εκκωφαντικό κρότο, χωρίς να σκεφτούν ή να διυλίσουν εάν τούτο καθίσταται λυσιτελές ή βάσιμο διά τον τόπο, καθότι τους αρκεί επιδερμικά να δημιουργεί εντύπωση, διαμέσου του οποίου να αναδεικνύουν, εν ενί λόγω, το αυτοείδωλό τους ως μέρος, εν τέλει, αυτής της καταστάσεως.

Η αλήθεια όμως είναι ότι αυτή η πρακτική ενίων πολιτικών ουδαμώς άγει την πολιτική ζωή του τόπου, καθότι επιβουλεύονται την άγνοια των πολιτών και τους χειραγωγούν να δρουν αγεληδόν, άρα και ατελεσφόρως, πορρώνοντάς τους με διχαστικά συνθήματα, άνευ όμως κατ’ ουσίαν παραγωγής ουδενός μακροπρόθεσμου ουσιαστικού αποτελέσματος και άνευ ουδεμίας χαράξεως μακροπρόθεσμης στρατηγικής προς την ουσιαστική και λυσιτελή ρύθμιση των εν γένει πολιτικών ζητημάτων της πατρίδος μας.

Οι φορείς αυτής της νοοτροπίας επενδύουν εις το χάος, εις την τοξική επίδειξη ισχύος και πυγμής, καλύπτοντας την πενία πολιτικών επιχειρημάτων υπό τη δορά και τον μανδύα των κατ’ επάγγελμα φωνασκούντων και καταγγελλόντων, άνευ αντιπροτάσεως αλλά και εν ταυτώ άνευ οιασδήποτε διαθέσεως επιλύσεως των προβλημάτων, απλώς τη συντήρηση αυτών και την επ’ άπειρον εναντίωση προς αυτούς οι οποίοι επιδιώκουν «ονύχεσσι και οδούσι» να εκπροσωπήσουν τον ελληνικό λαό και να επιλύσουν εν τιμή τα προβλήματά τους, πέραν από μεθοδευμένες διγλωσσίες και υποκριτική συνθηματολογία.

Εν κατακλείδι, ο ελληνικός λαός πλέον έχει εξοικειωθεί και διακρίνει το αληθές εκ του κιβδήλου, τον τω όντι ενδιαφερόμενο διά τα κοινά, από τον σταυροφόρο επαναστάτη και τον, τρόπον τινά, «μπαχαλάκια» του σύγχρονου πολιτικού βίου, εξ ου και η ψήφος εμπιστοσύνης ενδημά κραταιά προς την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

*Ο Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς είναι δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και Σ.τ.Ε., ανεξάρτητος βουλευτής.