Η ψήφος κατά συνείδηση απέδειξε το γεγονός ότι ήδη υπάρχει πλήρης συνείδηση και επίγνωση των γιγνομένων αναφορικώς προς τις σχηματισθείσες δικογραφίες, εξ αφορμής των οποίων ανακινείται μία, εν γένει προβληματική, με επίκεντρο το άρθρο 62 του Συντάγματος.
Ως εκ τούτου, η ενδιάθετος βούλησις των φερομένων ως εμπλεκομένων στην υπόθεση του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. έγκειται εις το να αρθεί ευθαρσώς η βουλευτική ασυλία τους, ούτως ώστε προσερχόμενοι, ακολούθως, ως οιονεί κατηγορούμενοι, ήτοι ύποπτοι εν τω πλαισίω της προκαταρκτικής εξετάσεως, να παράσχουν έγγραφες εξηγήσεις, αντικρούοντας με νομικά επιχειρήματα τις αποδιδόμενες εις βάρος τους κατηγορίες.
Άρα, ο σεβασμός προς τους θεσμούς καθίσταται παραδεδεγμένος, παρά τις όποιες, πανθομολογουμένως, διατυπωθείσες ρητές ενστάσεις τους επί του τρόπου χειρισμού του συνόλου των δικογραφιών, γεγονός το οποίο όμως, εκ των ων ουκ άνευ, καθίσταται συνυφασμένο με τη φύση των συγκεκριμένων δικογραφιών, χωρίς όμως τούτο να συνιστά εις τον αντίποδα μομφή ή τυχόν ψόγο κατά των προσώπων ή των θεσμών, αλλά εύλογο παράπονο δια τη δυσανάλογη διαπόμπευση των εμπλεκομένων από ορισμένα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, εξ αφορμής των δικογραφιών.
Το μείζον και ακανθώδες θέμα καθίσταται η δημιουργία ενός τεχνητού κλίματος προσάψεως του στίγματος ενάντια προς την προσωπικότητα του πολιτικού προσώπου, λογιζομένου ως «αποσυνάγωγου», «μιαρού» και «διεφθαρμένου» δια των τηλεδικών, με αποτέλεσμα οι εμπλεκόμενοι ακουσίως να καθίστανται συλλήβδην «ένοχοι» στο συλλογικό υποσυνείδητο της κοινής γνώμης, με αποτέλεσμα η προσφιλής αυτή δημόσια πρακτική των Μέσων να καταλύει ούτως οιαδήποτε Συνταγματική και νομική εγγυητική ασφάλεια προς τα δικαιώματα των υπόπτων, με συνέπεια όμως, έως να σταδιοδρομήσει εσχάτως η ποινική υπόθεση, δηλαδή κατά την προδικασία, εάν ασκηθεί ή μη εν τέλει ποινική δίωξη, εισέτι και εάν παραπεμφθεί η εκάστοτε υπόθεση σε δίκη έως την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, ο φερόμενος ως ενεχόμενος θα έχει υποστεί μία υπέρμετρα ανεπανόρθωτη και δυσχερώς αναστρέψιμη ηθική βλάβη, αμαύρωση του επαγγελματικού του κύρους και πολιτικό πλήγμα εις την εκλογική του περιφέρεια.
Εν άλλαις λέξεσιν, άπαντες ομοθυμαδόν οι Βουλευτές της Ν.Δ. ψήφισαν, κατ’ επιταγήν της συνειδήσεώς τους, επί τω τέλει να λάμψει η αλήθεια, ριπτομένου απλέτου φωτός εις τις υποθέσεις, αλλά αυτή ταύτη η υπόθεσις να αποτελέσει τη θρυαλλίδα μίας γόνιμης προβληματικής, ήτις να καταστεί αυτόχρημα το αντικείμενο ευρείας διαβουλεύσεως δια τυχόν τροποποίηση του κανονισμού της Βουλής, καθότι ενέσκηψε πλέον πρόσφορο έδαφος να υπάρχει ενδελεχεστέρα και περιπτωσιολογική εξέταση και διύλιση των εκάστοτε δικογραφιών κεχωρισμένως και ουχί αυτοδικαίως, αβασανίστως και αυτοματοποιημένως, προτού δηλαδή αχθούν αδιακρίτως προς άρση της ασυλίας των Βουλευτών άνευ ετέρου τινός, συνεφέλκοντας τοιουτοτρόπως εις εύλογες υπόνοιες επαχθούς «ενοχής» τουλάχιστον προς την κοινή γνώμη.
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι συνθήκες έχουν ωριμάσει δια να εκκινηθεί ένας σοβαρός, επιστημονικός και ευρύς διάλογος με προοπτική να θεραπευθούν ορισμένες σοβούσες χρόνιες αβελτηρίες προς την εύρυθμη λειτουργία του Κοινοβουλευτικού γίγνεσθαι.
Τούτων δοθέντων, εκ της ως άνω πολυκρότου υποθέσεως, ιδίως περί των νέων δικογραφιών επί του ΟΠΕΚΕΠΕ, αποδείχθηκε περιτράνως η ουσιώδης διάσταση μεταξύ της ύπαρξης μίας φερόμενης εμπλοκής εις ένα υπό διερεύνηση τελεσθέν ποινικό αδίκημα Βουλευτών, δυνάμει μίας σχηματισθείσης δικογραφίας, και της τω όντι τέλεσής της εν τέλει.
Η αδήριτος ανάγκη τροποποίησης των επίμαχων τούτων διατάξεων εις τον κανονισμό της Βουλής θα διαφυλάξει και την κοινή γνώμη, η οποία, αθελουσίως, άγεται και φέρεται από ορισμένα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως, τα οποία διαστρεβλώνουν αντικειμενικά την πραγματικότητα, παρασιωπούν την αλήθεια δημοσίως, εκλαμβάνοντας υποτιμητικώς τους πολίτες ως μία άμορφη μάζα η οποία σκέπτεται βοσκηματωδώς και αγεληδόν, ούσα ευεπίφορη ακράτως προς την ετεροκατεύθυνση, αποστερούμενη της ικανότητας να διακρίνει αιτιολογημένα.
Ευχής δε έργον είναι, μετά την πιθανή διαβούλευση επί των αστοχιών των υπαρχουσών διατάξεων του εν ισχύι Κανονισμού της Βουλής, να εκκινηθεί ουσιωδώς ένας ειλικρινής διάλογος, ιδωμένος υπό ενός αναθεωρητικού πρίσματος, πλέον του ήδη υπάρχοντος αστικού και ποινικού πλαισίου, ούτως ώστε να θεσπισθεί έτι περαιτέρω ένα ακριβές, σαφές και ορισμένο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο ήθελε θέσει τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων, καταπολεμώντας λυσιτελώς τη διασπορά ψευδών ειδήσεων και την κατά συρροή καταστρατήγηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων (τεκμήριο της αθωότητας κλπ.), ως έχει κριθεί και ορίζει η Συνταγματική έννομη τάξη, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η Δικαστηριακή Νομολογία των Ανωτάτων Εγχώριων και Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων.
Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς
Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και Σ.τ.Ε.
Ανεξάρτητος Βουλευτής