Διανύοντες την Μεγάλη και Αγία Εβδομάδα του Εκουσίου Πάθους του Θεανθρώπου Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού και της πορείας προς τον Γολγοθά άχρι της ανεκλαλήτου χαράς της Αναστάσεως, συμμετέχουμε, με ευλάβεια και κατάνυξη εις την ακολουθία της Μεγάλης Εβδομάδος.
Ιδίως διαρκούσης την εσπέρα της Μεγάλης Δευτέρας, αναγιγνώσκουμε με πνευματική αγαλλίαση τα εξής τα οποία ενταύθα σταχυολογώ ενδεικτικώς : «οδηγοί τυφλοί, οι διυλίζοντες τον κώνωπα και την δε κάμηλο καταπίνοντες!, ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι Υποκριταί, ότι καθαρίζεται το έξωθεν του Ποτηρίου και της παρωψίδος, έσοθεν γέμουσιν εξ αρπαγής και αδικίας»,«….ώστε μαρτυρείτε εαυτοίς, ότι υιοί, έστε των φονευσάντων τους προφήτας και υμείς πληρώσατε το μέτρον των πατέρων υμών, όφις, γεννήματα εχιδνών!» (Ευαγγέλιον,εκ του κατά Ματθαίον, κβ’15-κγ’39).
Φρονώ, ότι οι ως άνω φράσεις συμπυκνώνουν ευγλώττως την ακατάσχετη σκανδαλολογία , την οποία φέρεται να οικοδομούν, ένιοι, εξ ορισμένων κύκλων της αντιπολιτεύσεως κατά συναυτουργία με ορισμένα εκ των Μέσων Μαζικής Ενημερώσεως, επιχειρώντας, εκ του μη όντως, να δημιουργήσουν ένα τεχνητό και απατηλό κλίμα, μετερχόμενοι βαρείς νομικούς χαρακτηρισμούς, δίκην εντυπωσιοθηρίας, προκειμένου να καλλιεργηθεί ένα διογκούμενο κλίμα ηθικολογίας, ενταγμένο εις την επικοινωνιακή πολιτική κατά της Νέας Δημοκρατίας.
Είναι πρόδηλο ότι η χλαλοή και η ισοπεδωτική ρητορική κατά πάντων και δια πάντων, τελεσφορεί στιγμιαία και εν αρχή εις τους πολίτες, καθότι συν τω χρόνω προϊόντι, η αλήθεια αναδύεται μετά αδιστάκτου βεβαιότητος και τα βεβορβορωμένα αφηγήματα κατακρημνίζονται εκκωφαντικώς.
Το λέγω τούτο, διότι, υποκριτικά, δίγλωσσα, άπαντες απόρρησαν, εξ αφορμής της σχηματισθείσης δικογραφίας, περί του ΟΠΕΚΕΠΕ, υπό, της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, διερωτώμενοι πώς συμβαίνουν δηλαδή εξυπηρετήσεις εκ μέρους πολιτικών γραφείων κατά το προσφυώς λεγόμενον ρουσφέτια, παρασιωπώντας ότι δυστυχώς η Ελλάδα πλήττεται εκ βάθρων και αλλοιώνεται διαχρονικώς η πολιτική της φυσιογνωμία καθότι, το πελατειακό κράτος θέλπεται επί μακρόν, σχεδόν εξ ιδρύσεώς του, από την στυγνή κομματοκρατία, καθότι ο πολίτης ασκεί ιδιοτελώς το δικαίωμα της ψήφου, βάσει ανταλλαγμάτων-ρουσφετιών, με αποτέλεσμα, τόσο ο πολίτης, όσο και ο ψηφοφόρος να συνδέονται αρρήκτως με μία σιδηρά σχέση «δούναι και λαβείν, εν τω πλαισίω μίας ευρυτέρας νοσηράς παθογενούς νοοτροπίας, η οποία θέλει τους πολίτες και τους πολιτικούς να συνέχονται δρώντες συλλήβδην ως συγκοινωνούντα δοχεία.
Αυτή η έκπαλαι, κακώς κείμενη νοοτροπία συνιστά ανυπερθέτως, μία χαίνουσα πληγή δια το Κράτος μας, ανεξαρτήτως πολιτικής κατευθύνσεως ήτις δέον όπως εκριζωθεί αποφασιστικά διαρρυγνύοντας άπαξ και δια παντός το σηψαιμικό αυτό γόρδιο δεσμό του παρελθόντος.
Τα βαρίδια αυτά επιβάλλεται να εκλείψουν και να εξυγιανθεί η θέαση της πολιτικής του βίου, υπό ένα σύγχρονο και ελπιδοφόρο βλέμμα μεταρρυθμίσεως, αλλαγή η οποία ουδόλως επέρχεται εσχάτως με παρθενογένεση, αλλά με εφεξής συστηματική σκληρή και στοχοπροσηλωμένη δουλειά, ούτως ώστε η Ελλάδα, ενισχύοντας αυτόχρημα (που ούτως ή άλλως το πράττει), του θεσμούς, το Κράτος να λειτουργεί εύρυθμα, λυσιτελώς και ισότιμα, έναντι όλων, μην καταλείποντας ουδεμία μορφή εξωτικής παρεμβάσεως τρίτου προσώπου προς την αυτονόητη επιβεβλημένη εξυπηρέτηση του πολίτου καθότι εν τοσούτω, οι κραταιοί θεσμοί θα λειτουργούν τελεσφόρως.
Ως εκ τούτου, η επίμαχος σχηματισθείσα δικογραφία δια τους Βουλευτές της Ν.Δ, δεν συνεπάγεται αυτόχρημα ότι παραπέμπονται σε δίκη, απλώς, αφού τύποις, αρθεί η ασυλίας τους, θα εξεταστούν εν τω πλαισίω της Προκαταρκτικής εξετάσεως, ως ύποπτοι τελέσεως αξιοποίνων πράξεων, δηλαδή, το γε νυν έχουν, απλώς, κλητεύονται ως οιονεί κατηγορούμενοι, με συνδρομή ενδείξεων ενοχής ως προς αυτούς, χωρίς να σημαίνει τούτο κατ’ ανάγκη και απολύτως, ότι θα ασκηθεί οπωσδήποτε ποινική δίωξη εις βάρος τους και θα παραπεμφθούν σε δίκη, ή εάν εσχάτως παραπεμφθούν ότι θα κριθούν ένοχοι.
Εν τω σημείο τούτο να υπομνήσω ρητώς ότι, ούτως ή άλλως, το κεκτημένο του Δυτικού Πολιτισμού, το τεκμήριο της αθωότητας, δηλαδή το γεγονός ότι λογίζεται ως εκάστοτε κατηγορούμενος ως αθώος έως την αμετάκλητη δικαστική εις βάρος του απόφαση, αποτελεί μία βάση δια να αποδείξει ο εκάστοτε κατηγορούμενος την αθωότητά.
Τα επισημαίνω μετ’ εμφάσεως ταύτα, διότι σήμερον ορισμένα Μ.Μ.Ε, κατά παράβαση του απορρήτου της μυστικότητας της δικογραφίας, διασπείρουν αυθαιρέτως, μέρος της δικογραφίας αποκρυσταλλώνοντας εν είδει θέσφατου, εντυπώσεις δια τον βαθμό υπαιτιόητος του καθ’ εκάστου φερομένου ως ενεχομένου, με αποτέλεσμα, τοιουτοτρόπως να αμαυρώνεται σφόδρα ο θεσμός της δικαιοσύνης αλλά και οι εγγυήσεις μίας δίκαιης δίκης μείζονα έκφανση του Κράτους δικαίου, λόγω ότι η απονομή της ως ένα βαθμό έχει υποκατασταθεί με την αντιθεσμική τηλοψία και τα φύρδην μύγδην, τηλεσιδικία.
Άρα είναι διάφορη η ποινική διάσταση της υποθέσεως, ένθα ουδέν έχει κριθεί και οι φερόμενοι ως δράστες, απολαμβάνουν τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και τις συνακόλουθες δικλείδες ασφαλείας ως εχέγγυα του Νομικού μας συστήματος.
Ως προς την πολιτική κονίστρα, εξ αντιδιαστολής του ποινικού, οι αντιδράσεις καθίστανται πυκνωμένες, εξ ού και ελήφθησαν ορισμένα μέτρα ευταξίας ένδον της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας προς αποσόβηση περαιτέρω προβλημάτων, τούτο εξάλλου συνιστά την ενδεδειγμένη και εκ των περιστάσεων επιβεβλημένη κομματική δημοκρατική πειθαρχία, εν άλλοις λόγοις, δέον όπως καθίστανται σαφώς οριοθετημένες οι έννοιες αφενός την εξ αντικειμένου ποινικής καταστάσεως, με όλες τις εγγυήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ αλλά και της εξ ετέρου ελευθέρας εσωκομματικής Δημοκρατίας.
Εν κατακλείδι, το μείζον εν προκειμένω, καθίσταται, η επαρίστερος διάθεσις του εκάστοτε υγιώς σκεπτομένου πολίτου, να θέσει ενσυνειδήτως, το δάκτυλο επί των τύπων των ήλων και να προσδώσω, την προσήκουσα και δέουσα βαρύτητα εις εξελίξεις και τα γεγονότα και να μην καθίσταται βορά ή άθυρμα, εις τα νηπιώδη ψελλίσματα και εις την συνθηματολογική ρητορική της ασθενούς αντιπολιτεύσεως, η οποία καλύπτει την τραγική πολιτική της ένδεια και πενία επιχειρημάτων, ετεροπροσδιοριζόμενη εκ των στραβοπατημάτων της κυβερνήσεως.
Συνελόντι ειπείν Στώμεν καλώς, Στώμεν μετά φόβου, τα διασκέμματα, των θεσμικώς αρμοδίων δικαστικών οργάνων καθότι μηδένα προ του τέλους μακάριζε!