Ο τεχθείς Χριστός ο Βασιλεύς του σύμπαντος ανεστήθη την τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς, διασπείροντας το ευφρόσυνο μήνυμα της καταλύσεως του θανάτου.
Ο Κύριος Ημών Ιησού Χριστός, ο εν παντί και πάντοτε και πάσης ώρας, εν ουρανοίς και επί της Γης προσκυνούμενος και δοξολογούμενος, ενεταφιάσθη εκουσίως, καθαίροντας τη φθορά, ο αίρων τας αμαρτίας ημών, θυσιασθείς και σταυρωθείς υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, εις τον Ζωοποιό και Τίμιο Σταυρό διά την ημετέραν σωτηρία.
Ο Κύριός μας, προσέλαβε, την ανθρώπινη θνησιγενή σάρκα, δηλονότι κατεδέχθη ο Υιός του Θεού ο Μονογενής, γεννηθείς, εκ Πνεύματος Αγίου και ενανθρωπήσας παρά της Αειπαρθένου και Υπεραγίας Θεοτόκου μας, ίνα βιώσει τον ανθρώπινο πόνο, ζήσας, εις ολόκληρον, την αυτοπροαίρετον και εθελουσία θυσία Του, επί του Σταυρού του αφάτου μαρτυρίου αλλά και εν ταυτώ την εσχάτη προδοσία και τον ανείπωτο δημόσιο διασυρμό και βασανισμό της ανθρωπίνης υποστάσεώς Του, διά των ονειδιστικών ύβρεων, των εμπτυσμών και την συνακόλουθον εκκωφαντικήν ταπείνωσήν Του, υπομένοντας όμως όλα τούτα μετά μακροθυμίας, διελαυνόμενος, εν τούτοις, εκ του μανικού Του έρωτος, δι’ ημάς τα δημιουργήματά Του.
Η Μεγάλη και Αγία Εβδομάδα αποτελεί τον θυσιαστικό αγώνα του Κυρίου μας και τον μνησιπήμονα πόνο της επαχθούς πορείας Του προς τον Γολγοθά με την υποκριτική παρέμβαση των τότε πολιτειακών παραγόντων, ήτοι των κίβδηλων της εποχής θεσμών, προεξαρχόντων, των Φαρισαίων και Γραμματέων, οίτινες, υποκριτικώς δρώντες, διύλιζαν τον κώνωπα και κατέπιναν την κάμηλο, φερόμενοι εμφανώς, ως άλλοι προβατόσχημοι λυκοποιμένες και μηκέτι ως χριστομίμητοι ποιμενάρχες, ως και έδει, υπό την έννοια δηλαδή ότι εξυπηρετούσαν αποκλειστικώς και μόνον ιδιοτελείς σκοπιμότητες, υπό την ευδιάσειστη δορά της ενασκήσεως, της δοθείσης εκ του νόμου, υπερμέτρου εξουσίας.
Οι προσχηματικές τους αποφάσεις, οι ερίγδουπες δηλώσεις και επιδερμικές κρίσεις τους περί της δικαιοσύνης και αληθείας, με ψευδεπίγραφα κριτήρια, περισσότερον εική και ως έτυχε, και ουχί σπουδής, ουδετερότητας και αμεροληψίας, συνιστούν εκ των ων ουκ άνευ, το διαχρονικό βαθύ κράτος, το οποίο βυσσοδομεί αλώβητο εισέτι και σήμερον επί τω τέλει ίνα θωρακίσει τις χρόνιες σοβούσες σκοπιμότητές του, θυσιάζοντας αθώους ανθρώπους εις το αδυσώπητο διάβα του.
Έτι περαιτέρω, ο Κύριός μας, μετά το «τετέλεσθαι και παρέδωκα το Πνεύμα» εις τον Κρανίου τόπο, όπερ μεθερμηνευόμενον, εις τον τόπο, ένθα ποδοπατείται ο θάνατος διά τον θάνατο, χάρισε απλοχερώς την αιώνια ζωή, μεταλαμπαδεύοντας το ανέσπερο, ζώπυρο και ζείδωρο Φως της Αναστάσεως.
Η ελπίς ετέχθη διά της θυσίας του Θεανθρώπου εις τον Πανάγιο πλέον Σταυρό, όστις αποτελεί το σύμβολο της απολύτου ελευθερίας, της αιωνίου ζωής αλλά και της διαρκούς υπερβάσεως του εαυτού μας καθώς και της θυσιαστικής αυταπαρνήσεως προς τον πλησίον, όστις κείται εγγύς, λόγω του ότι προέρχεται εκ του ιδίου φυράματος, είμεθα πεπερασμένα όντα, διά τα οποία ο Θεός μας, διά της ιδικής του ενσυνειδήτου θυσίας, υπέστη επί τη πράξει τα πάνδεινα, καταλείποντας την παρακαταθήκη της αιωνίου ζωής, διό και ανεστήθη πανηγυρικά κατά τις προφητείες και τα γεγραμμένα εις τας Γραφάς.
Μετά τον Επιτάφιο Θρήνο, ο Υιός του Θεού κατέρχεται προσωρινά εις τον Άδη και συντρίβει τον διάβολο, καταργεί τον θάνατο, διδάσκοντας ότι η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει, η ίδια η ζωή του Ιησού μας υποστασιάζει την αγάπη, καθότι χάριν και συνεπεία αυτής ταύτης, εθυσιάσθη διά να κατοχυρώσει, αποκλειστικώς διά εμάς, την αιώνιο ζωή να αναπλάσει-θεραπεύσει λυσιτελώς, εν άλλοις λόγοις, την πτώση των προγόνων μας του Αδάμ και της Εύας εκ του Παραδείσου, εξαλείφοντας ολοσχερώς παν ανόμημα-αμαρτία και αστοχία μας.
Η θεία ευφροσύνη διά της Αναστάσεως συνιστά ένα απτό γεγονός, το οποίο ψηλαφούμε, επί καθημερινής βάσεως διά της ιδρύσεως προσωπικής σχέσεως διά του μυστηριακού βίου και της προσευχής προς την Υπεραγία Θετόκο, τον Ιησούν Χριστόν αλλά και τους Αγίους της Εκκλησίας μας, καθότι η βιωματική εμπειρία και η έμπρακτος ενώπιος ενωπίω και εκ του σύνεγγυς επαφή με τον Χριστό αποτελεί την αντικειμενική αλήθεια αλλά και το ισχυρό κίνητρο, ημείς οι αδιαλείπτως μεταμελούμενοι και αναγεννημένοι άνθρωποι να καταφεύγουμε εις την ανιδιοτελή πολυέλαιη και φιλεύσπλαχνη αγκαλιά του Θεανθρώπου.
Ας ευχηθούμε, εν τιμή και εκ βαθέων ψυχής αλλά και εξ όλης της καρδίας μας, Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος, καθότι ο πρωτουργός των πάντων είναι ο Θεός εξ ου και τον Κύριο αινούμε, υμνούμε, ευλογούμε, δοξολογούμε, προσκυνούμε, αποδίδοντας την αιτιώδη αρχή και το αποτύπωμα της βουλής Του, εν τη ζωή μας, διά τα πάντα εκδηλώνοντές Του και ημείς, ποιούμενοι διηνεκώς μνείας, το «Δόξα τω θεώ Πάντων ένεκεν», υπομημνίσκοντες και αναγνωρίζοντες, μετ’ ευγνωμοσύνης, προς τον ίδιο, την πρωτοκαθεδρία εις τη χρηστή πορεία της ζωής μας, εξ ου και μεταγγίζεται το θαύμα του ακηράτου και Αγίου Φωτός εκ του Παναγίου Τάφου, διά να μας δηλωθεί, εμφατικώς εξ Ουρανού, ότι η Αγάπη, δηλαδή ο Ιησούς Χριστός, μηδόλως αλλοιούται, φθονεί, εκδικείται, αλλ’ εξεναντίας ευρίσκεται εν παντί και πάντοτε, πάλαι τε και επ’ εσχάτων, άχρι εσχάτων, παρ’ ημίν, αρκεί να Τον ζητούμε.
Ως έπος ειπείν, ας συνταχθώμεν εκθύμως και διαπρυσίως προς τη συντριβή της καρδίας και μετανοίας, του εκ δεξιών ληστού, εξ αντιδαστολής του αμετανοήτου εξ ευωνύμων, προτού αποπνεύσει εις τον σταυρό της αμαρτίας, και διατυπώσουμε ρητώς και ημείς πάση ευλαβεία, κύπτοντες ευλαβικώς το γόνυ προς τον Κύριο, το εξής: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία Σου.
Εν κατακλείδι, στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου – συνελόντι ειπείν, έτη καρποβριθή, παναγιοφρούρητα και φωτεινά προς άπασες και άπαντες.
Χριστός Ανέστη!
*Ο Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς είναι δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και Σ.τ.Ε., ανεξάρτητος βουλευτής.