Κάτω από την ταμπέλα του αντισυστημισμού ενώνονται ακροαριστεροί, αριστεροί, ακροδεξιοί, εθνικιστές ή… ψεκασμένοι, με μοναδικό στόχο την επικράτηση επί του Μητσοτάκη.
«Οδεύουμε προς εκλογάς», όπως όριζε και η ατάκα στην παλιά ελληνική ταινία, ωστόσο πώς ακριβώς οδεύουμε στις κάλπες; Το τοπίο αναμένεται να είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό των εκλογών του 2023, καθώς την εμφάνισή τους έχουν κάνει ή πρόκειται να κάνουν εντός του Μαΐου μικρά και μικρότερα κόμματα που αντικειμενικό στόχο έχουν το ξαναμοίρασμα της πίτας στην αντιπολίτευση, δεδομένου ότι –όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις και αυτό δεν αμφισβητείται– η πρωτιά της ΝΔ δεν μπορεί ν’ απειληθεί παρά μόνον εάν έρθουν τα πάνω κάτω στους μήνες που μεσολαβούν ως τις εκλογές.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως τα περισσότερα από αυτά τα κόμματα έχουν τη σφραγίδα του «αντισυστημικού». Μια έννοια που γνωρίσαμε την ταραγμένη περίοδο των μνημονίων και της οικονομικής κρίσης, αλλά σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες από αυτές που βιώνουμε σήμερα.
Οπότε εύλογο είναι το ερώτημα: τι είναι αυτό που κάνει όλους αυτούς τους… κομματάρχες και τα στελέχη τους «αντισυστημικούς»; Γιατί αποφασίζουν εν μια νυκτί ν’ αντιπαρατεθούν με το «σύστημα» και εν τέλει, τι είναι αυτό που οι ίδιοι εννοούν ως «σύστημα»;
Είναι μάλλον δύσκολο έως αβέβαιο ακόμη και οι ίδιοι να δώσουν τις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα. Προς το παρόν, το μόνο που ενώνει όλους αυτούς τους «αντισυστημικούς» είναι η μάχη απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη και η προσπάθεια να μην κερδίσει μια νέα, τρίτη θητεία.
Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, όπως συνέβη και την περίοδο 2012-2015, ένα δεύτερο κοινό σημείο τους είναι ότι δεν έχουν κοινή πολιτική ή ιδεολογική καταγωγή και κατεύθυνση. Κάτω από την ταμπέλα δηλαδή του «αντισυστημικού» ενώνονται ακροαριστεροί, αριστεροί, ακροδεξιοί, εθνικιστές ή… ψεκασμένοι, κατά το κοινώς λεγόμενο.
Το πρόβλημα ωστόσο είναι πως για τους ίδιους τους πολίτες και την ίδια την κοινωνία ουδέν λάθος αναγνωρίζεται ύστερα από την απομάκρυνση από την κάλπη. Και τούτη είναι μία ακόμη πραγματικότητα που βιώσαμε με σκληρό τρόπο την περίοδο της κρίσης, καθώς ο διχασμός της περιόδου 2012-2015 και η πολυδιάσπαση του πολιτικού σκηνικού οδήγησε στο αριστερο-δεξιό κράμα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, αλλά πολύ περισσότερο στην «υπερήφανη διαπραγμάτευση», κατά τους ίδιους και μόνο, της περιόδου του πρώτου εξαμήνου του 2015, η οποία κορυφώθηκε με το δημοψήφισμα του Ιουλίου και έφερε την Ελλάδα στην πόρτα της εξόδου από την Ευρώπη.
Το δε τίμημα για να παραμείνει η χώρα στην Ευρωζώνη και τον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης ήταν το τρίτο μνημόνιο που συνομολόγησε κατόπιν εορτής –δημοψηφίσματος, δηλαδή– ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος τώρα επιδιώκει και μάλιστα ύστερα από αλλεπάλληλες και ηχηρές ήττες της περιόδου 2019-2023 να επανέλθει έχοντας κάτι από… μεσσία.
Κατά τον ίδιο τρόπο, ως σωτήρας από το (τάχα) διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα επιδιώκει να εμφανιστεί η Μαρία Καρυστιανού, αποσιωπώντας ωστόσο τις ρωσικές επιρροές στο κόμμα της. Και για όσους δεν έχουν αίσθηση των πραγμάτων, η Ρωσία επιχείρησε και επιχειρεί να παρέμβει στα Βαλκάνια και στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ μέσω κομμάτων που υποστηρίζει –κυρίως οικονομικά– ή μέσω οργανωμένων προσπαθειών παραπληροφόρησης από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκειμένου να στρέψει την κοινή γνώμη κατά της Δύσης και της ΕΕ. Αδιαφορώντας φυσικά για το καλό των πολιτών κάθε χώρας ή για την ίδια τη χώρα…
Όλο αυτό το σκηνικό που διαμορφώνεται λοιπόν εν όψει των εκλογών δεν είναι απλώς χαλαρό, αλλά επικίνδυνο. Κυρίως διότι οι ίδιοι οι πολίτες είναι εκείνοι που θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η ψήφος τους δεν πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά του θυμού, της απογοήτευσης ή οτιδήποτε «αντισυστημικού».
Διότι στο τέλος της ημέρας το «αντισυστημικό» δεν είναι τίποτε άλλο από μια μάσκα που φορούν όλοι αυτοί οι επίδοξοι κομματάρχες για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους ή να εξυπηρετήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα, αδιαφορώντας για την πατρίδα.
Γι’ αυτό και απέναντί τους ήταν και παραμένει το λεγόμενο «μέτωπο της λογικής», το οποίο ξεκάθαρα στις εκλογές του 2023 εκφράστηκε από τη ΝΔ και προσωπικά από τον κ. Μητσοτάκη, ερμηνεύοντας έτσι δίχως περιττά σχόλια και περίπλοκες σκέψεις το αποτέλεσμα του 41% που οι «αντισυστημικοί» λοιδορούν.