Η Ευρώπη επιμένει στην ίδια συνταγή παρά το δυσβάσταχτο κόστος για την αυτοκινητοβιομηχανία, επικαλούμενη τώρα τον φόβο της τεχνολογικής κυριαρχίας της Κίνας στην ηλεκτροκίνηση.
«Περισσότερα χρήματα στην ηλεκτροκίνηση» είναι ουσιαστικά το μήνυμα που στέλνει η Ευρώπη στην αυτοκινητοβιομηχανία, παρά το γεγονός ότι η πράσινη μετάβαση έχει ήδη εξελιχθεί σε μία εξαιρετικά δαπανηρή και δύσκολη εξίσωση για τους ευρωπαϊκούς ομίλους. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος για το Κλίμα, Wopke Hoekstra, καλεί την ΕΕ να αποδεχθεί ακόμη υψηλότερο κόστος βραχυπρόθεσμα και να επιταχύνει τις επενδύσεις σε ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μπαταρίες, ανανεώσιμες πηγές και τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, με βασικό επιχείρημα τον περιορισμό της εξάρτησης από την Κίνα.
Η τοποθέτηση, ωστόσο, φέρνει στην επιφάνεια ένα κρίσιμο πολιτικοοικονομικό παράδοξο: η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία έχει ήδη επωμιστεί τεράστιο κόστος για να προσαρμοστεί στους στόχους της πράσινης μετάβασης, καλείται να επενδύσει ακόμη περισσότερα σε μία αγορά όπου η Κίνα διαθέτει ήδη σημαντικό τεχνολογικό και παραγωγικό πλεονέκτημα. Αντί η Ευρώπη να αναρωτηθεί εάν η ταχύτητα και ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε η μετάβαση είναι οικονομικά και βιομηχανικά βιώσιμοι, η πρόταση του Hoekstra είναι να αυξηθεί ακόμη περισσότερο η πίεση προς τη βιομηχανία. Και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: περισσότερο κόστος για τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες, περισσότερη ανάγκη για επενδύσεις και την ίδια στιγμή ακόμη ισχυρότερος κινεζικός ανταγωνισμός.
Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με έναν λογαριασμό που μεγαλώνει, καθώς η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση απαιτεί επενδύσεις δισεκατομμυρίων, την ώρα που η ζήτηση δεν έχει εξελιχθεί με την ταχύτητα που είχαν προβλέψει οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο ανταγωνισμός από την Κίνα γίνεται ολοένα πιο επιθετικός. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ευρωπαίος Επίτροπος για το Κλίμα Wopke Hoekstra στέλνει ένα μήνυμα που προκαλεί εύλογα ερωτήματα: η Ευρώπη, υποστηρίζει, θα πρέπει να δεχθεί ακόμη υψηλότερο κόστος και να επενδύσει ακόμη περισσότερα στην πράσινη μετάβαση, προκειμένου να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα.
Ο θεωρητικός σχεδιασμός και η οικονομική πραγματικότητα
Η τοποθέτηση του Hoekstra αποτυπώνει μια βαθύτερη πολιτική επιλογή των Βρυξελλών: αντί να επανεξεταστεί η ταχύτητα, το κόστος και ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, η απάντηση είναι περισσότερες επενδύσεις στην ίδια κατεύθυνση.
Μόνο που η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία δεν βρίσκεται σε μια θεωρητική αίθουσα σχεδιασμού. Βρίσκεται στην πραγματική αγορά, όπου πρέπει να πληρώσει μισθούς, ενέργεια, πρώτες ύλες, εργοστάσια, έρευνα και ανάπτυξη και ταυτόχρονα να πουλήσει αυτοκίνητα σε καταναλωτές που δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν τον ρυθμό που έχουν θέσει οι Βρυξέλλες.
Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο της συζήτησης.
Η Ευρώπη ζητά περισσότερα από μια ήδη πιεσμένη βιομηχανία
Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία έχει ήδη κάνει τεράστιες επενδύσεις για την ηλεκτροκίνηση. Νέες πλατφόρμες, νέες γραμμές παραγωγής, εργοστάσια μπαταριών, λογισμικό, συστήματα διαχείρισης ενέργειας και δεκάδες νέα ηλεκτρικά μοντέλα αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητας των κατασκευαστών.
Παράλληλα, όμως, η βιομηχανία δεν μπορεί να εγκαταλείψει από τη μια μέρα στην άλλη την τεχνολογία που εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει μεγάλο μέρος των πωλήσεων.
Οι κατασκευαστές πρέπει επομένως να χρηματοδοτούν δύο διαφορετικούς κόσμους ταυτόχρονα: τον παλιό κόσμο των κινητήρων εσωτερικής καύσης και τον νέο κόσμο της ηλεκτροκίνησης.
Και ενώ το κόστος αυτής της διπλής μετάβασης βαραίνει τους ισολογισμούς τους, η Ευρώπη ζητά περισσότερα.
Ο Hoekstra υποστηρίζει ότι η καθυστέρηση θα είναι ακόμη πιο ακριβή για την Ευρώπη. Η λογική του είναι ότι η ΕΕ πρέπει να επενδύσει τώρα, ώστε να μην εξαρτάται αύριο από την Κίνα.
Η λογική αυτή, όμως, αφήνει αναπάντητο ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος πληρώνει σήμερα το κόστος αυτής της στρατηγικής;
Σε μεγάλο βαθμό, η απάντηση είναι η ίδια η ευρωπαϊκή βιομηχανία και, τελικά, ο Ευρωπαίος καταναλωτής.
Από την ενεργειακή εξάρτηση στην τεχνολογική εξάρτηση
Η Ευρώπη έχει πράγματι ένα προηγούμενο που δεν μπορεί να αγνοήσει.
Η εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια απέδειξε ότι μια οικονομία μπορεί να γίνει ευάλωτη όταν αφήνει κρίσιμους τομείς της να εξαρτώνται από έναν εξωτερικό προμηθευτή.
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται τώρα στις τεχνολογίες της πράσινης μετάβασης.
Μπαταρίες, κρίσιμες πρώτες ύλες, φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, ηλεκτρονικά συστήματα και μια σειρά από τεχνολογίες στις οποίες στηρίζεται η νέα ενεργειακή και βιομηχανική πραγματικότητα έχουν έντονη κινεζική παρουσία.
Η ανησυχία, επομένως, είναι απολύτως υπαρκτή.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε επιπλέον ευρωπαϊκή δαπάνη στην ηλεκτροκίνηση οδηγεί αυτομάτως σε μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ανεξαρτησία.
Αντίθετα, υπάρχει ένας κίνδυνος που δεν μπορεί να αγνοηθεί: η Ευρώπη να αναγκάζει τη δική της βιομηχανία να επενδύει όλο και περισσότερο σε έναν τομέα στον οποίο η Κίνα έχει ήδη αποκτήσει σημαντικό πλεονέκτημα.
Η ηλεκτροκίνηση ως βιομηχανικό στοίχημα
Το ζήτημα, επομένως, ξεπερνά κατά πολύ την περιβαλλοντική πολιτική.
Η ηλεκτροκίνηση είναι πλέον ένα τεράστιο βιομηχανικό και οικονομικό στοίχημα.
Η Ευρώπη δεν ανταγωνίζεται μόνο για τη μείωση των εκπομπών. Ανταγωνίζεται για εργοστάσια, επενδύσεις, τεχνογνωσία, θέσεις εργασίας, αλυσίδες εφοδιασμού και μερίδια αγοράς.
Και εδώ η εικόνα δεν είναι ιδιαίτερα άνετη για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία.
Η Κίνα δεν περιμένει να δημιουργήσει την αγορά του μέλλοντος. Την έχει ήδη δημιουργήσει σε μεγάλο βαθμό στο εσωτερικό της, έχει αναπτύξει τεράστια παραγωγική βάση και τώρα επιχειρεί να εξάγει αυτή την τεχνογνωσία και τα προϊόντα της στην Ευρώπη.
Οι ευρωπαϊκές εταιρείες καλούνται να την αντιμετωπίσουν έχοντας παράλληλα να διαχειριστούν ένα πολύ αυξημένο κόστος μετάβασης.
Αυτό δημιουργεί μια δύσκολη εξίσωση για την ευρωπαϊκή πολιτική.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο «περισσότερα»
Η θέση του Hoekstra είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει περισσότερο και γρηγορότερα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει, σύμφωνα με αυτή τη λογική, να επιταχύνει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τις μπαταρίες και τις καθαρές τεχνολογίες.
Το πρόβλημα είναι ότι «περισσότερα» δεν σημαίνει απαραίτητα «καλύτερα».
Εάν οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες πιεστούν να διαθέσουν ακόμη περισσότερα κεφάλαια στην ηλεκτροκίνηση χωρίς αντίστοιχη ζήτηση, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη οικονομική πίεση.
Εάν η Ευρώπη αυξήσει το κόστος παραγωγής χωρίς να προστατεύσει επαρκώς την ανταγωνιστικότητα των δικών της επιχειρήσεων, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η απώλεια παραγωγής προς περιοχές χαμηλότερου κόστους.
Και εάν η ευρωπαϊκή πολιτική δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι κατασκευαστές πρέπει να επενδύουν συνεχώς περισσότερο για να προλάβουν μια Κίνα που έχει ήδη αποκτήσει τεράστια κλίμακα, τότε η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει να εξελιχθεί από εργαλείο βιομηχανικής ανανέωσης σε παράγοντα βιομηχανικής αποδυνάμωσης.
Το αυτοκίνητο στην καρδιά της σύγκρουσης
Η αυτοκινητοβιομηχανία είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα αυτής της αντίφασης.
Η Ευρώπη θέλει να εγκαταλείψει σταδιακά το θερμικό αυτοκίνητο και να περάσει στην ηλεκτροκίνηση. Την ίδια στιγμή, όμως, η Κίνα έχει καταφέρει να αποκτήσει ισχυρή θέση ακριβώς στην τεχνολογία που η Ευρώπη επιλέγει ως το μέλλον της.
Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στην τιμή ή στην αυτονομία.
Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι συνδεδεμένα προϊόντα. Περιλαμβάνουν λογισμικό, αισθητήρες, συστήματα επικοινωνίας και διαχείρισης δεδομένων. Όσο αυξάνεται η ψηφιοποίηση, τόσο μεγαλώνει και η σημασία της τεχνολογικής κυριαρχίας.
Ο Hoekstra προειδοποιεί για τους κινδύνους από την κινεζική παρουσία σε κρίσιμες υποδομές και μιλά για πιθανότητα απομακρυσμένου ελέγχου τεχνολογικών συστημάτων. Η ίδια συζήτηση, σε διαφορετική μορφή, αφορά πλέον και το αυτοκίνητο.
Το πραγματικό ερώτημα για την Ευρώπη
Η Ευρώπη έχει δίκιο να ανησυχεί για την εξάρτηση από την Κίνα. Έχει επίσης λόγο να θέλει μια ισχυρή ευρωπαϊκή παραγωγική βάση στις καθαρές τεχνολογίες.
Αυτό όμως δεν απαντά στο ερώτημα εάν η συνεχής αύξηση της πίεσης προς την αυτοκινητοβιομηχανία είναι ο σωστός τρόπος για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι.
Γιατί μια Ευρώπη που θέλει να αντιμετωπίσει την Κίνα χρειάζεται πρώτα απ' όλα ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Χρειάζεται κατασκευαστές που μπορούν να επενδύουν, να παράγουν και να καινοτομούν. Χρειάζεται καταναλωτές που μπορούν και θέλουν να αγοράσουν τα προϊόντα της. Χρειάζεται ενέργεια σε ανταγωνιστικές τιμές και μια βιομηχανική πολιτική που δεν μετατρέπει κάθε περιβαλλοντικό στόχο σε νέο κόστος για την παραγωγή.
Η προειδοποίηση του Hoekstra έχει επομένως μία σημαντική πλευρά που δεν μπορεί να αγνοηθεί: η Ευρώπη πρέπει να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι άλλο: θα το πετύχει ενισχύοντας την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία ή ζητώντας της να πληρώσει ακόμη περισσότερο για μια μετάβαση που ήδη την έχει φέρει στα όριά της;