Μόλις 8% των Ευρωπαίων θέλει ηλεκτρικό αυτοκίνητο, ενώ το 75% θεωρεί ότι δεν είναι ακόμη έτοιμο για πλήρη ηλεκτροκίνηση, ενώ για την Ελλάδα το ποσοστό αγγίζει το 6%.
Η ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτου στέλνει ένα σαφές μήνυμα στις Βρυξέλλες: οι πολίτες στηρίζουν την απανθρακοποίηση, δεν αποδέχονται όμως την ιδέα ότι αυτή μπορεί να περάσει αποκλειστικά μέσα από το αμιγώς ηλεκτρικό αυτοκίνητο. Μόλις το 8% των Ευρωπαίων δηλώνει ότι το επόμενο αυτοκίνητό του θα είναι ηλεκτρικό, ενώ το 47% προτιμά κίνητρα για την επιλογή καθαρότερων τεχνολογιών αντί για απαγορεύσεις και μόλις το 17% τάσσεται υπέρ της πλήρους απαγόρευσης των υφιστάμενων λύσεων.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική στην Ελλάδα, όπου τα ηλεκτρικά περιορίζονται στο 6% των νέων ταξινομήσεων, την ώρα που τα υβριδικά έχουν εκτοξευθεί στο 57%, δείχνοντας ότι η αγορά επιλέγει στην πράξη μια διαφορετική και περισσότερο σταδιακή διαδρομή προς τη μείωση των εκπομπών, από τον δρόμο που έχει χαράξει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Ειδικότερα, οι Ευρωπαίοι πολίτες στηρίζουν την απανθρακοποίηση της κινητικότητας, ζητούν όμως μια μετάβαση που θα διατηρεί ανοιχτές διαφορετικές τεχνολογικές λύσεις και θα λαμβάνει περισσότερο υπόψη τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και την ικανότητα κάθε χώρας να υποστηρίξει την αλλαγή.
Αυτό προκύπτει από έρευνα της YouGov, που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Ένωσης Ευρωπαίων Κατασκευαστών Εξαρτημάτων Αυτοκινήτου (CLEPA) σε περισσότερους από 5.200 πολίτες της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας και της Ισπανίας, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 70% της ευρωπαϊκής αγοράς αυτοκινήτου.
Μόλις το 8% των Ευρωπαίων σκοπεύει να αγοράσει ηλεκτρικό αυτοκίνητο- Στην Ελλάδα το ποσοστό διαμορφώνεται στο 6%
Κατά μέσο όρο, μόλις το 8% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι το επόμενο αυτοκίνητό του θα είναι αμιγώς ηλεκτρικό, ενώ οι προθέσεις αγοράς παραμένουν κατανεμημένες μεταξύ διαφορετικών τεχνολογιών. Παράλληλα, το 47% θεωρεί προτιμότερο να ενισχυθούν μέσω κινήτρων τα καθαρότερα οχήματα, χωρίς να απαγορευτούν οι υφιστάμενες τεχνολογίες, ενώ μόλις το 17% τάσσεται υπέρ μιας πλήρους απαγόρευσης.
Η έρευνα καταγράφει επίσης μια ευρεία αντίληψη ότι οι χώρες δεν είναι ακόμη επαρκώς προετοιμασμένες για την πλήρη ηλεκτροκίνηση: το 75% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η χώρα του δεν είναι ακόμη έτοιμη, επισημαίνοντας ως βασικά προβλήματα τη διαθεσιμότητα υποδομών φόρτισης, την τιμή των οχημάτων και το κόστος της ενέργειας.
Τα στοιχεία για την Ελλάδα αποτυπώνουν επίσης τη διατήρηση της ζήτησης για διαφορετικές τεχνολογίες κίνησης, με τα υβριδικά να καταγράφουν ιδιαίτερα υψηλή επίδοση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ACEA για το πρώτο εξάμηνο του 2026, τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντιπροσώπευσαν το 6,0% των νέων ταξινομήσεων στην ελληνική αγορά, ενώ τα plug-in υβριδικά ανήλθαν στο 6,3%. Την ίδια στιγμή, τα υβριδικά αυτοκίνητα, στα οποία περιλαμβάνονται τα full και mild hybrid, κατέλαβαν το 57,0% της αγοράς.
Συγκεκριμένα, από τις 65.297 νέες ταξινομήσεις επιβατικών αυτοκινήτων στην Ελλάδα κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, 3.938 ήταν αμιγώς ηλεκτρικά, 4.134 plug-in hybrid και 37.243 υβριδικά. Τα αυτοκίνητα βενζίνης αντιστοιχούσαν στο 25,4% της αγοράς, ενώ τα πετρελαιοκίνητα στο 2,8%.
Σε επίπεδο μεταβολών, οι ταξινομήσεις αμιγώς ηλεκτρικών στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 16,0% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, ενώ τα plug-in hybrid σημείωσαν αύξηση 5,5%. Ακόμη ισχυρότερη ήταν η άνοδος των υβριδικών, με τις ταξινομήσεις τους να αυξάνονται κατά 21,5%. Αντίθετα, οι ταξινομήσεις βενζινοκίνητων μειώθηκαν κατά 24,6% και των diesel κατά 8,3%.
Η εικόνα αυτή είναι συμβατή με τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση. Στην ΕΕ, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντιπροσώπευσαν το 20,7% των νέων ταξινομήσεων, τα plug-in hybrid το 9,8% και τα υβριδικά το 37,3%. Παράλληλα, το συνδυασμένο μερίδιο βενζίνης και diesel περιορίστηκε στο 29,7%.
Απανθρακοποίηση: Η αυτοκινητοβιομηχανία ζητά πιο ρεαλιστική προσέγγιση
Τα αποτελέσματα ενισχύουν, επομένως, ένα αίτημα που διατυπώνεται εδώ και καιρό από τους φορείς του κλάδου: η απανθρακοποίηση δεν πρέπει να επιβραδυνθεί, αλλά να καταστεί πραγματικά βιώσιμη για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η αναθεώρηση των προτύπων εκπομπών αποτελεί ευκαιρία ώστε οι περιβαλλοντικοί στόχοι να συνδυαστούν με μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, που θα βασίζεται στην τεχνολογική ουδετερότητα, την οικονομική προσιτότητα των οχημάτων, τις κατάλληλες υποδομές και την ανταγωνιστική τιμή της ενέργειας, αξιοποιώντας όλες τις λύσεις που μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των εκπομπών.
«Η έρευνα αναδεικνύει την απόσταση μεταξύ των πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες και των επιλογών των Ευρωπαίων πολιτών», σχολιάζει ο Benjamin Krieger, γενικός γραμματέας της CLEPA. «Οι πολίτες θέλουν να οδηγούν καθαρότερα αυτοκίνητα, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρικών, όμως η de facto απαγόρευση των υβριδικών και των εναλλακτικών καυσίμων περιορίζει δραστικά τις δυνατότητες επιλογής τους.
Η επόμενη αναθεώρηση των κανονισμών για το CO2 αποτελεί ευκαιρία να ευθυγραμμιστεί ο ρυθμός της μετάβασης με αυτή την πραγματικότητα και να διασφαλιστεί για την αυτοκινητοβιομηχανία η απαραίτητη ευελιξία, αφήνοντας στους καταναλωτές τη δυνατότητα να επιλέξουν τις καθαρές τεχνολογίες που πραγματικά επιθυμούν».
Για τον Roberto Vavassori, πρόεδρο της ANFIA, η έρευνα αποτελεί «μια αναπόφευκτη νέα έκκληση προς την ευρωπαϊκή πολιτική, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να κατανοήσει τις νόμιμες ανάγκες κινητικότητας των Ευρωπαίων πολιτών και τις επιλογές που αυτές συνεπάγονται».
«Καλούμε το σημαντικό τμήμα των ευρωβουλευτών, ορισμένους εκπροσώπους των κυβερνήσεων και ορισμένα μέλη της Επιτροπής να διαβάσουν αυτούς τους αριθμούς και να σταματήσουν να παραμένουν προσκολλημένοι, σαν να βρίσκονται πάνω σε έναν βράχο, στο καρφί του Green Deal, προχωρώντας πραγματικά προς την κορυφή της απανθρακοποίησης μέσω εναλλακτικών και εξίσου βιώσιμων διαδρομών», προσθέτει ο Vavassori.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ANFIA, η επόμενη ψηφοφορία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την αναθεώρηση των κανονισμών «θα δώσει στους ψηφοφόρους μια σαφή ένδειξη για το ποιος ακούει τα αιτήματα και τις ανησυχίες τους και ποιος προτιμά το ρυθμιστικό ρόπαλο, περιορίζοντας την ελευθερία επιλογής των πολιτών και δυσχεραίνοντας περαιτέρω τη θέση ενός βιομηχανικού κλάδου που μέσα σε λίγα χρόνια έχει επενδύσει περισσότερα από 250 δισ. ευρώ και κινδυνεύει να πληρώσει πρόστιμα επειδή δεν πούλησε εγκαίρως τεχνολογίες που οι Ευρωπαίοι δεν είναι ακόμη έτοιμοι να αγοράσουν».