Για δεκαετίες, η συζήτηση στην Ελλάδα και τον κόσμο περιστρεφόταν γύρω από έτοιμες ταμπέλες, με το δίπολο της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς να προσφέρει μια βολική, αλλά πλέον τεχνητή, ψευδαίσθηση επιλογής.

Σήμερα, με την Τεχνητή Νοημοσύνη, αυτή η διαίρεση αποκαλύπτεται κενή περιεχομένου. Το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, εγκλωβισμένο σε μια αναχρονιστική ρητορική, αδυνατεί να συλλάβει την πραγματικότητα, προκαλώντας μια επικίνδυνη αποσύνδεση των ιδεολογιών από τον ίδιο τον πολίτη και τις ανάγκες του.

Η πραγματική σύγκρουση της εποχής μας δεν διεξάγεται στα παλιά χαρακώματα, αλλά στο πεδίο της ραγδαίας τεχνολογικής μετάλλαξης, αναγκάζοντάς μας να επαναπροσδιορίσουμε ριζικά τι σημαίνει «Συντήρηση» και τι «Πρόοδος». Σε έναν κόσμο όπου οι αλγόριθμοι μπορούν να διαμορφώσουν συνειδήσεις, να αυτοματοποιήσουν την εργασία και να επαναπρογραμματίσουν την κοινωνική δομή, οι όροι αυτοί αλλάζουν πεδίο.

Σήμερα, μια γνήσια προοδευτική στάση δεν μπορεί να εξαντλείται στην τυφλή αποδοχή κάθε ψηφιακής εξέλιξης στο όνομα του εκσυγχρονισμού, ούτε η συντήρηση να περιορίζεται στην άκριτη υπεράσπιση ξεπερασμένων δομών. Προοδευτικός είναι πλέον ο πραγματισμός που διεκδικεί τον εκδημοκρατισμό των δεδομένων, τη διαφάνεια των αλγορίθμων και την προστασία του πολίτη από τα ψηφιακά μονοπώλια.

Αντίστοιχα, συντηρητική –με την έννοια της διάσωσης– είναι η ανάγκη να περιφρουρηθεί η ανθρώπινη μοναδικότητα, η πνευματική ιδιοκτησία και η κοινωνική συνοχή απέναντι στην αλγοριθμική ισοπέδωση.

Στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, αυτή η νοηματική μετατόπιση συναντά έναν τοίχο ιδεολογικού αναλφαβητισμού. Το πολιτικό προσωπικό, ανεξαρτήτως παράταξης, αντιμετωπίζει το αύριο με εργαλεία του χθες. Από τη μία πλευρά, κυριαρχεί μια διαχειριστική-τεχνοκρατική προσέγγιση που αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως μια «ουδέτερη» πανάκεια διοικητικού μάνατζμεντ, ψηφίζοντας ευρωπαϊκές οδηγίες και υπογράφοντας ψηφιακές συνεργασίες, ενώ εθελοτυφλεί μπροστά στις νέες, βαθιές ταξικές ανισότητες του ψηφιακού αποκλεισμού. Από την άλλη πλευρά, αναπαράγεται μια αμυντική, σχεδόν φοβική ρητορική, η οποία ανακυκλώνει παλαιά σχήματα περί κεφαλαίου και εργασίας, αδυνατώντας να προτείνει ένα ρεαλιστικό, θετικό όραμα για την ψηφιακή δημοκρατία.

Αυτή η εμμονή σε ένα αφήγημα που έχει ως πυρήνα του το παρελθόν στερεί από την κοινωνία τα απαραίτητα ανακλαστικά. Όταν ο δημόσιος διάλογος αναλώνεται σε κομματικές κορώνες και ξύλινη γλώσσα, κανείς δεν απαντά στα υπαρξιακά ερωτήματα των πολιτών, οι οποίοι στην Ελλάδα καταγράφουν από τα υψηλότερα ποσοστά ανησυχίας στην Ευρώπη για τις επιπτώσεις της νέας τεχνολογίας. Πώς θα προστατευθεί η αλήθεια σε ένα περιβάλλον γεμάτο deepfakes και αλγοριθμική παραπληροφόρηση; Πώς θα διασφαλιστεί ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, που εκπαιδεύονται με συγκεκριμένες ιδεολογικές προκαταλήψεις, δεν θα καθορίζουν υποσυνείδητα τις πολιτικές επιλογές των ψηφοφόρων;

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην επιστροφή σε μια χαμένη κανονικότητα, αλλά στην υιοθέτηση ενός αιχμηρού πραγματισμού. Ένα σύγχρονο πολιτικό μοντέλο οφείλει να ενσωματώσει την τεχνολογία στην ίδια του την ιδεολογία, θέτοντας ως κεντρική αρχή τον ψηφιακό ανθρωποκεντρισμό. Αυτό σημαίνει πρακτικά τη θεσμοθέτηση ανεξάρτητων αρχών για τον έλεγχο των αλγορίθμων που χρησιμοποιούνται στη δημόσια διοίκηση, την υποχρεωτική ψηφιακή σήμανση κάθε περιεχομένου που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη και τη χρήση των ίδιων των τεχνολογικών εργαλείων για μια ουσιαστική, συμμετοχική δημοκρατία της βάσης.

Αν η πολιτική σκέψη στη χώρα μας δεν αναβαθμίσει επειγόντως το ιδεολογικό της λογισμικό, εγκαταλείποντας τις βολικές αυταπάτες του παρελθόντος, η δημοκρατική μας αυτονομία θα δεχθεί ένα μη αναστρέψιμο πλήγμα. Η πρόκληση της εποχής μας δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα σε παρωχημένες ταμπέλες, αλλά να διασφαλίσουμε ότι ο άνθρωπος θα παραμείνει ο τελικός κριτής και δημιουργός της πραγματικότητάς του, σε έναν κόσμο που απειλεί να τον μετατρέψει σε απλό αντικείμενο στατιστικής επεξεργασίας.