Η Ευρώπη επιταχύνει την ηλεκτροκίνηση, όμως η Ελλάδα παραμένει στις χώρες με τα μεγαλύτερα ελλείμματα υποδομών φόρτισης, όπως δείχνει η νέα έκθεση της ACEA.

Η ηλεκτροκίνηση εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα στοιχήματα της ευρωπαϊκής οικονομικής και ενεργειακής πολιτικής, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να επιταχύνει τη μετάβαση στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, επενδύοντας παράλληλα σε υποδομές φόρτισης και σε μια νέα βιομηχανική αλυσίδα γύρω από τις μπαταρίες και τα οχήματα νέας ενέργειας. Η πρόοδος είναι πλέον μετρήσιμη: περίπου 1,2 εκατομμύρια δημόσια σημεία φόρτισης λειτουργούν στην ΕΕ και η συνολική δημόσια ισχύς φόρτισης έχει αυξηθεί σημαντικά μέσα σε έναν χρόνο. Ωστόσο, η Ευρώπη εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τον στόχο των 3,5 εκατομμυρίων σημείων φόρτισης έως το 2030, ενώ οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν μεγάλες. Η Ελλάδα βρίσκεται μάλιστα μεταξύ των χωρών με το μεγαλύτερο έλλειμμα στις υποδομές δημόσιας φόρτισης σε σχέση με το υφιστάμενο δίκτυο πρατηρίων καυσίμων, γεγονός που αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική ενεργειακή και αναπτυξιακή πολιτική. Την ίδια ώρα, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία στην Ευρώπη παραμένει σημαντικά υψηλότερο από την Κίνα και τις ΗΠΑ, δημιουργώντας πρόσθετη πίεση στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας. Η ηλεκτροκίνηση, επομένως, δεν είναι πλέον απλώς ζήτημα αυτοκινήτου· είναι ζήτημα υποδομών, ενέργειας, επενδύσεων, ανταγωνιστικότητας και κοινωνικής πρόσβασης στη νέα τεχνολογία.

Πίσω όμως από τους μεγάλους ευρωπαϊκούς αριθμούς υπάρχει μια πολύ πιο απλή πραγματικότητα: το ηλεκτρικό αυτοκίνητο χρειάζεται ένα δίκτυο που να μπορεί να το υποστηρίξει. Η μετάβαση δεν ολοκληρώνεται με την αύξηση των πωλήσεων EV ούτε με την παροχή κινήτρων για την αγορά τους. Χρειάζεται δημόσιους φορτιστές εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται, επαρκή ηλεκτρική ισχύ, ταχυφόρτιση στους βασικούς οδικούς άξονες και ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας. Για την Ελλάδα το ζήτημα είναι ακόμη πιο κρίσιμο, καθώς η χώρα βρίσκεται ήδη στην ομάδα των ευρωπαϊκών κρατών με το μεγαλύτερο έλλειμμα υποδομών. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσο γρήγορα θα αυξηθούν τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα στην ελληνική αγορά, αλλά αν οι υποδομές και το ενεργειακό σύστημα θα μπορέσουν να ακολουθήσουν την ίδια ταχύτητα.

Η εικόνα της έκθεσης 

Η ευρωπαϊκή μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση συνεχίζεται, αλλά τα νέα στοιχεία αποτυπώνουν μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη από τους αριθμούς των πωλήσεων ηλεκτρικών αυτοκινήτων.

Η Ευρώπη αυξάνει τις υποδομές φόρτισης, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα αποκτούν μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά και το κόστος χρήσης τους γίνεται συγκριτικά ανταγωνιστικότερο. Παρ’ όλα αυτά, οι βασικές προϋποθέσεις για μια πραγματικά μαζική μετάβαση δεν έχουν ακόμη εξασφαλιστεί.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας τριμηνιαίας έκθεσης του Transport & Mobility Leuven (TML), την οποία παρουσίασε στις 4 Σεπτεμβρίου η ACEA.

Και ανάμεσα στα ευρωπαϊκά δεδομένα υπάρχει ένα που για την Ελλάδα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα:

Η χώρα μας βρίσκεται μεταξύ των κρατών-μελών με τα μεγαλύτερα ελλείμματα στη σχέση δημόσιων σταθμών φόρτισης και συμβατικών πρατηρίων καυσίμων.

Στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται η Ιταλία, η Τσεχία, η Πολωνία, η Ισπανία και η Βουλγαρία. 

Αυτό δεν είναι απλώς ένα ζήτημα αυτοκινήτου. Είναι ζήτημα υποδομών, επενδύσεων, ενεργειακού κόστους και αναπτυξιακής πολιτικής.

Ελλάδα: Η ηλεκτροκίνηση χρειάζεται υποδομές πριν χρειαστεί περισσότερα κίνητρα

Η συζήτηση για την ηλεκτροκίνηση στην Ελλάδα συχνά επικεντρώνεται στην επιδότηση αγοράς.

Είναι λογικό. Η τιμή αγοράς ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τον καταναλωτή.

Όμως υπάρχει ένα δεύτερο ζήτημα, εξίσου κρίσιμο: η δυνατότητα καθημερινής χρήσης.

Η νέα έκθεση δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις χώρες όπου το χάσμα μεταξύ δημόσιων υποδομών φόρτισης και συμβατικών πρατηρίων παραμένει από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη. 

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όσο αυξάνεται ο αριθμός των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.

Για έναν πολίτη που έχει ιδιωτικό χώρο στάθμευσης και δυνατότητα φόρτισης, το πρόβλημα είναι σαφώς μικρότερο. Για έναν κάτοικο πυκνοκατοικημένης περιοχής, όμως, η εξάρτηση από το δημόσιο δίκτυο είναι πολύ μεγαλύτερη.

Επομένως, η ηλεκτροκίνηση δεν είναι μόνο θέμα «πόσα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα αγοράσουμε».

Είναι θέμα «τι υποδομές θα έχουμε όταν αυτά κυκλοφορούν».

1,2 εκατομμύρια σημεία φόρτισης και ακόμη δεν φτάνουν

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει σήμερα περίπου 1,2 εκατομμύρια σημεία δημόσιας φόρτισης, αριθμός που απέχει αισθητά από τον στόχο των 3,5 εκατομμυρίων έως το 2030.

Η πρόοδος πάντως είναι σημαντική. Η συνολική δημόσια ισχύς φόρτισης έφτασε τον Ιούνιο του 2026 τα 41,6 GW, αυξημένη κατά 29% σε ετήσια βάση. Παράλληλα, ο αριθμός των δημόσιων σταθμών αυξήθηκε κατά 21%, φτάνοντας περίπου τους 195.082 τον Μάιο.

Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή πολιτική έχει αρχίσει να μεταφράζεται σε πραγματικές επενδύσεις.

Δεν λύνουν όμως το πρόβλημα.

Γιατί η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση δεν απαιτεί απλώς περισσότερους φορτιστές. Απαιτεί σωστή γεωγραφική κατανομή, επαρκή ισχύ, ταχυφόρτιση, αξιοπιστία και δυνατότητα πρόσβασης.

Και ακριβώς εδώ εμφανίζονται οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών.

Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο δεν είναι εξ ορισμού φθηνότερο

Υπάρχει και μια δεύτερη παράμετρος που χρειάζεται προσοχή.

Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα έγιναν περισσότερο ανταγωνιστικά ως προς το κόστος όταν συγκρίνεται η χρήση τους με τη συμβατική αυτοκίνηση και ακόμη και όταν χρησιμοποιείται αποκλειστικά δημόσια ταχυφόρτιση.

Όμως η έκθεση αποκαλύπτει ότι η βελτίωση αυτή δεν προέρχεται από μια αντίστοιχη δομική πτώση του κόστους φόρτισης.

Ο σημαντικότερος παράγοντας ήταν η αύξηση κατά 17% των τιμών της βενζίνης σε ετήσια βάση. 

Η διαπίστωση αυτή έχει πολιτική και οικονομική σημασία.

Διότι μια βιώσιμη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς στην αύξηση του κόστους των συμβατικών καυσίμων ώστε να βελτιώνεται συγκριτικά η θέση των ηλεκτρικών.

Χρειάζεται παράλληλα να μειώνεται το κόστος της ίδιας της ηλεκτροκίνησης.

Το κόστος φόρτισης είναι διαφορετικό για κάθε πολίτη

Η έκθεση επισημαίνει ότι η δημόσια φόρτιση είναι ακριβότερη από την οικιακή σε όλες τις χώρες που εξετάστηκαν, ενώ η ταχυφόρτιση είναι ιδιαίτερα ακριβή. 

Εδώ εμφανίζεται μια σημαντική κοινωνική διάσταση.

Ο πολίτης που έχει πρόσβαση σε ιδιωτική φόρτιση έχει διαφορετικό κόστος χρήσης από εκείνον που κατοικεί σε μια πολυκατοικία χωρίς δυνατότητα εγκατάστασης φορτιστή.

Άρα, η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση δεν είναι μόνο τεχνολογικό ζήτημα.

Είναι και ζήτημα πρόσβασης στην υποδομή.

Εάν η δημόσια φόρτιση παραμένει ακριβότερη, τότε οι πολίτες που δεν μπορούν να φορτίσουν στο σπίτι βρίσκονται σε οικονομικά δυσμενέστερη θέση. 

Για μια πολιτική που φιλοδοξεί να μετατρέψει το ηλεκτρικό αυτοκίνητο από προϊόν συγκεκριμένου κοινού σε μαζικό μέσο μετακίνησης, αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πληρώνει ακριβότερα την ενέργεια

Το πρόβλημα δεν σταματά στον καταναλωτή.

Η Ευρώπη θέλει να αναπτύξει δική της αλυσίδα παραγωγής μπαταριών και ηλεκτρικών αυτοκινήτων, περιορίζοντας την εξάρτηση από τρίτες χώρες.

Την ίδια στιγμή, όμως, το ενεργειακό κόστος παραμένει ένα σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα.

Οι βιομηχανικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ παραμένουν σχεδόν διπλάσιες από εκείνες της Κίνας και περίπου 2,5 φορές υψηλότερες από τις ΗΠΑ.

Για μια βιομηχανία που επενδύει τεράστια ποσά στην ηλεκτροκίνηση, το κόστος αυτό έχει άμεση σημασία.

Η παραγωγή μπαταριών είναι ενεργοβόρα. Η παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων απαιτεί νέες εγκαταστάσεις, νέες αλυσίδες εφοδιασμού και σημαντικές επενδύσεις.

Επομένως, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση:

Θέλει να επιταχύνει την ηλεκτροκίνηση, αλλά πρέπει ταυτόχρονα να διατηρήσει ανταγωνιστικό το κόστος παραγωγής της.

Η αγορά δείχνει ότι η ζήτηση υπάρχει

Παρά τις δυσκολίες, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ηλεκτροκίνηση κερδίζει έδαφος.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα έφτασαν το 20,7% των νέων ταξινομήσεων στην ΕΕ, από 15,6% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Τα υβριδικά εξακολουθούν να έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο, με 37,3%, ενώ οι πωλήσεις βενζίνης και diesel μαζί υποχώρησαν στο 29,7%.

Η αγορά, επομένως, αλλάζει.

Το ζήτημα είναι αν οι υποδομές, η ενεργειακή πολιτική και οι επενδύσεις μπορούν να ακολουθήσουν.

Το ελληνικό στοίχημα είναι μεγαλύτερο από την αγορά αυτοκινήτου

Για την Ελλάδα η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Η χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την ηλεκτροκίνηση αποκλειστικά ως μια πολιτική επιδότησης της αγοράς νέων αυτοκινήτων.

Η πραγματική πρόκληση είναι η δημιουργία ενός λειτουργικού οικοσυστήματος ηλεκτροκίνησης.

Αυτό σημαίνει δημόσιους φορτιστές, επαρκή ισχύ στο δίκτυο, ταχυφόρτιση στους βασικούς οδικούς άξονες, υποδομές σε πόλεις και τουριστικούς προορισμούς, δυνατότητα φόρτισης σε χώρους κατοικίας και εργασίας και, φυσικά, ανταγωνιστικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.

Η ίδια η ACEA υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης χρειάζεται περισσότερη δράση σε επίπεδο υποδομών φόρτισης, κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και προσέλκυσης ιδιωτικών επενδύσεων.

Τα ερωτήματα για την Ελλάδα

Η Ευρώπη έχει κάνει βήματα. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα αυξάνονται, η υποδομή φόρτισης επεκτείνεται και η τεχνολογία γίνεται σταδιακά πιο ανταγωνιστική.

Όμως η νέα έκθεση TML δείχνει ότι η μετάβαση δεν έχει ακόμη γίνει δομικά βιώσιμη σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Και η Ελλάδα βρίσκεται σε μια θέση που δεν επιτρέπει εφησυχασμό.

Το γεγονός ότι καταγράφεται μεταξύ των χωρών με τα μεγαλύτερα ελλείμματα στη σχέση δημόσιων φορτιστών και πρατηρίων καυσίμων είναι μια σαφής ένδειξη ότι οι υποδομές πρέπει να παραμείνουν ψηλά στην ατζέντα. 

Η ηλεκτροκίνηση δεν θα κριθεί τελικά από το αν η Ευρώπη θα επιβάλει περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα στην αγορά.

Θα κριθεί από το αν θα καταφέρει να κάνει το ηλεκτρικό αυτοκίνητο πρακτικά διαθέσιμο, οικονομικά ανταγωνιστικό και λειτουργικό για τον μέσο πολίτη.

Και για την Ελλάδα, το πρώτο ερώτημα παραμένει απλό:

Όχι πόσα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους, αλλά πόσοι άνθρωποι θα μπορούν να τα φορτίζουν εύκολα, γρήγορα και σε λογικό κόστος.