Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει προσαρμογές στους στόχους για τις εκπομπές των αυτοκινήτων, καθώς η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις από Κίνα, κόστος και απασχόληση.

Η συζήτηση για το 2035 περνά σε νέα φάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι πιέσεις που δέχεται η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία οδηγούν τις Βρυξέλλες σε επανεξέταση της πορείας που είχε χαραχθεί για την πράσινη μετάβαση του κλάδου. Η πιθανότητα προσαρμογής του στόχου μείωσης των εκπομπών από το 100% στο 90% δεν αποτελεί μόνο τεχνική αλλαγή στους κανόνες για τα νέα αυτοκίνητα, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής. Οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν επενδύσει τεράστια κεφάλαια στην ηλεκτροκίνηση, την ώρα που η ζήτηση για ηλεκτρικά αυτοκίνητα παραμένει χαμηλότερη από τις αρχικές προσδοκίες και οι κινεζικές εταιρείες αυξάνουν την παρουσία τους στην ευρωπαϊκή αγορά. Παράλληλα, το ενεργειακό κόστος, η απώλεια θέσεων εργασίας στην παραδοσιακή αλυσίδα παραγωγής και ο διεθνής ανταγωνισμός δημιουργούν ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον από εκείνο μέσα στο οποίο σχεδιάστηκαν οι αρχικοί στόχοι του Green Deal. Η επανεξέταση του 2035 δείχνει έτσι ότι η Ευρώπη αναζητά πλέον ισορροπία ανάμεσα στην κλιματική πολιτική, την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, την προστασία της απασχόλησης και την ανάγκη να παραμείνει ισχυρή η ευρωπαϊκή παραγωγή αυτοκινήτων απέναντι στην Κίνα και τις άλλες μεγάλες αγορές.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μία δύσκολη εξίσωση για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς η πορεία προς το 2035 επανεξετάζεται υπό το βάρος των νέων οικονομικών και βιομηχανικών δεδομένων. Η συζήτηση για πιθανή χαλάρωση των κανόνων που διέπουν τις εκπομπές των νέων αυτοκινήτων σηματοδοτεί μία ευρύτερη προσπάθεια των Βρυξελλών να ισορροπήσουν ανάμεσα στους φιλόδοξους κλιματικούς στόχους και στην ανάγκη να παραμείνει ανταγωνιστική η ευρωπαϊκή παραγωγή.

Τα «αγκάθια»

Το ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική σημασία επειδή η αυτοκινητοβιομηχανία δεν αποτελεί έναν ακόμη βιομηχανικό κλάδο για την Ευρώπη. Αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής παραγωγής, με εκατομμύρια θέσεις εργασίας να συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τους κατασκευαστές, τους προμηθευτές και την ευρύτερη αλυσίδα παραγωγής. Η μετάβαση από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στην ηλεκτροκίνηση μεταβάλλει επομένως όχι μόνο το προϊόν που αγοράζει ο καταναλωτής, αλλά και το παραγωγικό μοντέλο ολόκληρων οικονομιών.

Το αρχικό σχέδιο για το 2035 στηρίχθηκε στην επιτάχυνση της ηλεκτροκίνησης και στη σταδιακή απομάκρυνση των νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης. Σήμερα, όμως, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μία διαφορετική πραγματικότητα. Οι επενδύσεις των κατασκευαστών στην ηλεκτροκίνηση έχουν αυξηθεί σημαντικά, αλλά η ζήτηση δεν έχει ακολουθήσει πάντοτε τις προβλέψεις. Την ίδια στιγμή, το ενεργειακό κόστος, οι πιέσεις στην παραγωγή και ο ανταγωνισμός από την Κίνα δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πιθανή μεταβολή του στόχου από πλήρη μείωση των εκπομπών στο 90% αποκτά χαρακτήρα βιομηχανικής πολιτικής. Δεν πρόκειται μόνο για μία αλλαγή στους κανόνες που αφορούν τα αυτοκίνητα, αλλά για μία πιθανή προσαρμογή της ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι σε έναν κλάδο που βρίσκεται σε βαθιά τεχνολογική μετάβαση. Η διατήρηση περισσότερων διαθέσιμων τεχνολογιών θα μπορούσε να δώσει στις ευρωπαϊκές εταιρείες πρόσθετο χρόνο ώστε να προσαρμόσουν την παραγωγή τους στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.

Τα ερωτήματα 

Το κρίσιμο ερώτημα για τις Βρυξέλλες είναι πλέον πώς θα επιτευχθούν οι κλιματικοί στόχοι χωρίς να αποδυναμωθεί περαιτέρω η ευρωπαϊκή βιομηχανία. Η Ευρώπη έχει απέναντί της κατασκευαστές από την Κίνα που αναπτύσσονται γρήγορα στην ηλεκτροκίνηση, ενώ οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πρέπει παράλληλα να χρηματοδοτήσουν τη μετάβαση, να διατηρήσουν την παραγωγή τους και να αντιμετωπίσουν το κόστος της ενέργειας και των πρώτων υλών.

Η υπόθεση του 2035 συνδέεται έτσι άμεσα με το ευρύτερο ζήτημα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Η επιλογή ανάμεσα σε μία αυστηρή και μία πιο ευέλικτη πορεία προς την ηλεκτροκίνηση θα επηρεάσει τις επενδύσεις, τις θέσεις εργασίας, την παραγωγή και τη θέση των ευρωπαϊκών αυτοκινητοβιομηχανιών στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Για την ΕΕ, η πρόκληση είναι να μην μετατραπεί η πράσινη μετάβαση σε παράγοντα αποβιομηχάνισης, αλλά σε εργαλείο για τη διατήρηση και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης.

Γι' αυτό και η επανεξέταση του 2035 αποκτά ευρύτερη σημασία. Η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει όχι μόνο πόσο γρήγορα θα κινηθεί προς την ηλεκτροκίνηση, αλλά και με ποιους όρους θα προστατεύσει την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητά της απέναντι σε μία παγκόσμια αγορά που μεταβάλλεται με ταχύτητα.