Η υπερπαραγωγή στην Κίνα, η επιβράδυνση της εγχώριας ζήτησης και οι τρεις εκτιμήσεις της Citi για την επέκταση των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών μέσω και της ηλεκτροκίνησης στην Ευρώπη.

Η κινεζική αυτοκινητοβιομηχανία ενισχύει με ταχύτητα την παρουσία της στην Ευρώπη, με το μερίδιό της να μπορεί να φτάσει έως και το 30% της αγοράς το 2035, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει νέους δασμούς και αυστηρότερους κανόνες για την παραγωγή και την προέλευση των εξαρτημάτων.

Η «πείνα» των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών, που επιδιώκουν να κατακτήσουν την αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι σύμφωνα με το topspeed.gr, ασταμάτητη. Η προσπάθεια αύξησης των μεριδίων πωλήσεων συμβαδίζει με την υπερπαραγωγή στην Κίνα, όπου η ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς επιβραδύνεται, ενώ οι κατασκευαστές ανταγωνίζονται μεταξύ τους με διαδοχικές μειώσεις τιμών. Αυτό υποστηρίζουν αναλυτές της Citi, της αμερικανικής πολυεθνικής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, οι οποίοι παρουσιάζουν τρία πιθανά σενάρια για την απάντηση σε ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιο θα είναι το μέγεθος του φαινομένου το 2035, όταν αναμένεται να τεθεί σε ισχύ η απαγόρευση πώλησης καινούργιων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης στην ΕΕ; Τα τρία σενάρια, που παρουσιάζει το BriefAsia, είναι τα εξής.

Κινεζικά αυτοκίνητα στο 30% παρά τους δασμούς στα ηλεκτρικά

Σήμερα, το μερίδιο των κινεζικών αυτοκινήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται περίπου στο 11%, σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με πέρυσι. Στο βασικό σενάριο, το οποίο προβλέπει τη διατήρηση των υφιστάμενων ευρωπαϊκών εμπορικών κανόνων, συμπεριλαμβανομένων των δασμών στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που παράγονται στην Κίνα και εξάγονται στην Ευρώπη, οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες θα μπορούσαν να κατακτήσουν έως και το 30% της ευρωπαϊκής αγοράς μέχρι το 2035, κυρίως χάρη στα αμιγώς ηλεκτρικά και τα plug-in υβριδικά μοντέλα.

Στην άνοδο αυτή συμβάλλουν αρκετοί παράγοντες, όπως το ανταγωνιστικό κόστος παραγωγής, ο έλεγχος της αλυσίδας εφοδιασμού των μπαταριών και η μεγάλη γκάμα μοντέλων χαμηλών εκπομπών που προσφέρονται στους Ευρωπαίους καταναλωτές σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές.

Οι δασμοί επιβραδύνουν την επέκταση των ασιατικών εταιρειών, οι οποίες όμως μπορούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις τους επενδύοντας στην παραγωγή εντός Ευρώπης. Με αυτόν τον τρόπο, τα οχήματα κατασκευάζονται σε ευρωπαϊκό έδαφος και δεν υπόκεινται στους ίδιους εισαγωγικούς δασμούς. Πρόκειται για στρατηγική που έχει ήδη υιοθετήσει η BYD, επιλέγοντας την Ουγγαρία για την ανάπτυξη των παραγωγικών της εγκαταστάσεων.

Δασμοί και στα plug-in υβριδικά: το μερίδιο πέφτει στο 25%

Εάν οι Βρυξέλλες αποφάσιζαν να επεκτείνουν τους δασμούς και στα plug-in υβριδικά που κατασκευάζονται στην Κίνα, ένα ενδεχόμενο που υποστηρίζεται από ορισμένα κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και η Γερμανία, το μερίδιο των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών θα περιοριζόταν περίπου στο 25%.

Η επιβολή ενός δεύτερου εμπορικού φραγμού θα έπληττε μία από τις τεχνολογίες που παρουσιάζουν σήμερα υψηλή ζήτηση κατά τη μετάβαση προς την ηλεκτροκίνηση. Και σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, οι κινεζικές εταιρείες θα μπορούσαν να απαντήσουν αυξάνοντας την παραγωγή τους στην Ευρώπη.

Αυστηρότεροι κανόνες για το Made in EU: το μερίδιο στο 15%

Το πιο αυστηρό σενάριο προβλέπει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διατηρήσει τους δασμούς στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, θα τους επεκτείνει στα plug-in υβριδικά και παράλληλα θα θεσπίσει αυστηρότερα κριτήρια για το «Made in EU», με μεγαλύτερους περιορισμούς ως προς την προέλευση των εξαρτημάτων και τον τόπο παραγωγής.

Σε αυτή την περίπτωση, το μερίδιο των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών στην ευρωπαϊκή αγορά θα υποχωρούσε στο 15%.

Οι εταιρείες από την Κίνα θα ήταν υποχρεωμένες να επωμιστούν υψηλότερο λειτουργικό κόστος, χάνοντας έτσι μέρος του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που χαρακτηρίζει σήμερα τις τιμές των μοντέλων τους. Η μείωση του οικονομικού οφέλους έναντι των ευρωπαϊκών εμπορικών σημάτων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μικρότερη παρουσία τους στην αγορά.

Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να είναι κρίσιμοι. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει πιθανές αλλαγές στους κανόνες προέλευσης και, σύμφωνα με πληροφορίες, επανεξετάζει επίσης το ισχύον καθεστώς δασμών.