Με σχεδόν ταυτόσημα πολιτικά χαρακτηριστικά Τσίπρας και Ανδρουλάκης διεκδικούν το χρίσμα του μονομάχου που θα ρίξει στην εκλογική παλαίστρα τον Μητσοτάκη με στόχο το νοκ άουτ.
Και οι δύο, ωστόσο, για να φθάσουν στον… τελικό θα πρέπει να περάσουν τη δοκιμασία των ημιτελικών με τη μεταξύ τους αναμέτρηση να φαντάζει μάχη δίχως αύριο.
Ο Τσίπρας ετοιμάζεται να αγκυροβολήσει εκ νέου στην κεντρική πολιτική σκηνή με την… Ιθάκη του, με τα αμπάρια του πλοιαρίου του γεμάτα με τοξικό πολιτικό φορτίο. Ξεδιπλώνει τον χάρτη των ιδεολογημάτων για να θολώσει ενδεχομένως τη ζοφερή λίστα των πεπραγμένων του όταν ήταν κυβέρνηση αλλά και αξιωματική αντιπολίτευση.
Για να κουκουλώσει τη σκευωρία Novartis με στόχο την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων του, τις τηλεοπτικές άδειες με την επιχείρηση χειραγώγησης και ελέγχου του τηλεοπτικού τοπίου το 2016 και την εδραίωση ενός παρασυστήματος εξουσίας, την υπόθεση Παπαγγελόπουλου με τις ευθείες και σκοτεινές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, τη στοχοποίηση θεσμών με τις μεθοδεύσεις για παράδειγμα, κατά του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, με σκοπό την απομάκρυνσή του.
Ο Τσίπρας είναι ήδη έτοιμος να συνεχίσει στον δρόμο που ξέρει να βαδίζει. Μέσα σε ένα περιβάλλον σκανδαλολογίας, πιάνοντας τον μίτο των πολιτικών σκευωριών από εκεί που τον άφησε. Προετοιμάζεται για δύο Προανακριτικές, η μία για τα Τέμπη και η άλλη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Θα βάλει στην πρώτη γραμμή το δημοφιλές πολιτικό λεξιλόγιο περί δήθεν «μπαζώματος» της αλήθειας, το οποίο δεν αποκλείεται να συνδέσει με την εκλογική του ήττα το 2023. Απώτερος στόχος του δεν θα είναι άλλος από το να καταστήσει τη Βουλή ένα απέραντο πολιτικό δικαστήριο και να αναστήσει τις «πάνω» και «κάτω» πλατείες των θυμωμένων και των «Αγανακτισμένων».
Έτσι όπως πράττει και η άσπονδη φίλη του, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Το εγχειρίδιο, εξάλλου, της τοξικότητας και του λαϊκισμού είναι καλά φυλαγμένο στις αποσκευές του. Κάπως έτσι και με τη συνδρομή πρόθυμων ΜΜΕ και χορηγών της εγχώριας διαπλοκής, θα προσπαθήσει να παρασύρει τους πολίτες να «διορθώσουν» την ψήφο τους και να ανοίξουν νέους δρόμους εξουσίας.
Το rebranding Τσίπρα, όμως, ίσως αποδειχτεί απολύτως άκαιρο και άστοχο. Χάθηκε η ευκαιρία το καλοκαίρι του 2019, όταν υπέστη μία αξιοπρεπή ήττα, με όρους εκλογικού αποτελέσματος, και δεν επέλεξε να αποτινάξει το φορτίο της περιόδου 2015-2019, να ανασυγκροτήσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να επανέλθει ως μία σοβαρή, σύγχρονη και ευρωπαϊκή αριστερή δύναμη.
Πήρε τον δρόμο της αδράνειας και της ιδεοληψίας, αφήνοντας παρακαταθήκη την ήττα του κυρίως επειδή αθέτησε, προκλητικά μάλιστα, όλες του τις υποσχέσεις, πορευόμενος στον αλαζονικό δρόμο της εξουσίας. Μπορεί ο αναβαπτισμένος Τσίπρας να εγκαταλείψει τη φτηνή αντισυστημική αφήγηση, τον διχαστικό λόγο και τον λαϊκισμό;
Θέλει ή ξέρει άλλον δρόμο; Με… πλοιάριο το ταξίδι του Τσίπρα, με… ποδήλατο η βόλτα του Ανδρουλάκη για μία αξιόμαχη αξιωματική αντιπολίτευση – είναι γνωστό ότι είναι δεινός ποδηλάτης. Μεγαλωμένος μέσα στο ΠΑΣΟΚ, νεαρός εκτοξεύτηκε στις κορυφαίες θέσεις του Κινήματος, έγινε πουλέν των εκσυγχρονιστών και το alter ego του Βενιζέλου για να φθάσει μέχρι την ηγεσία του κόμματος.
Ήταν μόλις 5 ετών, στο πρώτο «επίσημο» Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το 1984, όταν οι μεθοδεύσεις έδιναν και έπαιρναν για να διορθωθούν οι σταυροί και… να βγουν τα «σωστά» αποτελέσματα που επεδίωκε η ομάδα των «προεδρικών». Ήταν μόλις 10 ετών –και είχε ήδη μετακομίσει με την οικογένειά του στο Ηράκλειο της Κρήτης– την περίοδο του «βρόμικου ’89» και μαθητής λυκείου, τον Ιούνιο του 1996, όταν ο Κώστας Σημίτης επικρατούσε στο Συνέδριο της διαδοχής του Ανδρέα Παπανδρέου. Φοιτητής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, γράφεται στην ΠΑΣΠ και γίνεται γραμματέας της οργάνωσης.
Αναδεικνύεται σε κεντρικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ την εποχή της πτώσης του Κινήματος. Κατά συνέπεια δεν ανδρώθηκε με τις παρέες των πρασινοφρουρών και των κλαδικών που έλυναν και έδεναν στο Δημόσιο. Ούτε ήταν με την «Αυριανή» στην τσέπη. Όμως, οι νοοτροπίες ήταν κραταιές και στις… ποδηλατάδες οι μίζες και οι καταδίκες κορυφαίων υπουργών (βλ. Τσοχατζόπουλος, Παπαντωνίου) «πετούσαν» ελεύθερες στον αέρα.
Έτσι κι αυτός κάλεσε τους φίλους του να εμπλακούν σε επιμελητήρια, Τοπική Αυτοδιοίκηση, ιδιωτικό τομέα, όπου μπορούσαν και δεν μπορούσαν, να καταγραφούν και να μπορούν να συμμετέχουν. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που ακολούθησαν την προτροπή του. Όπως ο Χρήστος Σπίρτζης, ο οποίος σπούδασε επίσης στην Ξάνθη, και συνεργάστηκαν στενά στα εσωτερικά του ΤΕΕ για κάποια χρόνια, πριν τους… χωρίσει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Κάποιοι άλλοι απέκτησαν βήμα στους συλλόγους των μηχανικών ή στην Αυτοδιοίκηση και σιγά σιγά στήθηκε ένας κομματικός μηχανισμός και χτίστηκαν οι γέφυρες με τον συνδικαλισμό, τους φορείς και τους οργανισμούς. Ο 29χρονος Ανδρουλάκης στο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, το 2008, βγήκε δεύτερος στην ψηφοφορία για την Κεντρική Επιτροπή, πίσω από τη Φώφη Γεννηματά.
Ήταν λίγες ημέρες μετά την ανάδειξη του Αλέξη Τσίπρα στην ηγεσία του Συνασπισμού της Αριστεράς (ο Αλαβάνος είχε δώσει το δαχτυλίδι της διαδοχής) και το ΠΑΣΟΚ, μετά από δύο εκλογικές ήττες βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Τότε έπεσε στο τραπέζι το ζήτημα της συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας ήταν 33 ετών και προσκλήθηκε στο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ για να απευθύνει χαιρετισμό.
Από το βήμα ο Νίκος Ανδρουλάκης είπε: «To ΠΑΣΟΚ έχει 100 Τσίπρες, αλλά ούτε έναν Αλαβάνο». Και μάλλον είχε δίκιο για τις… κοινές σπουδές τους στον λαϊκισμό και στην τοξικότητα. Και τώρα βρίσκονται και οι δύο στη γραμμή εκκίνησης για το… άπιαστο όνειρο της ρεβάνς από τον Μητσοτάκη.