Η εσωστρέφεια άνοιξε νέο κύκλο συζητήσεων για το πώς θα πάει το ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εθνικές εκλογές.

Όσα έγιναν την Τρίτη το μεσημέρι στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας της ΚΟΕΣ του ΠΑΣΟΚ αναδεικνύουν από τη μία πλευρά την αδυναμία της ηγεσίας του κόμματος να ξεκολλήσει τη βελόνα και από την άλλη το πρόβλημα των κομμάτων της αντιπολίτευσης, το οποίο δημιουργείται από την τακτική τους έναντι της κυβέρνησης. Τακτική που έχει εγκλωβιστεί σε μια καταστροφολογική λογική και έναν λαϊκισμό που πλέον δεν κόβει εισιτήρια στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας –που έχει σχέση με το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ στα τέλη Μαρτίου– τράβηξε τους προβολείς εξαιτίας της σύγκρουσης του Νίκου Ανδρουλάκη με τους Χάρη Δούκα και Παύλο Γερουλάνο, αφού στο επίκεντρο βρέθηκε η τακτική που ακολουθείται και η οποία δεν… τραβάει.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως αυτή η εσωστρέφεια άνοιξε νέο κύκλο συζητήσεων για το πώς θα πάει το ΠΑΣΟΚ όχι στο Συνέδριο –όπου και εκεί αναμένεται να υπάρξουν εντάσεις και συγκρούσεις– αλλά στις επόμενες εθνικές εκλογές. Πολύ περισσότερο τη στιγμή που παρατηρείται και το φαινόμενο της αποχώρησης από το κόμμα αρκετών μεσαίων στελεχών.

Το πρόβλημα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι πως πολλές φορές εμφανίζεται να ακολουθεί τη γραμμή των κομμάτων της Αριστεράς που κρίθηκαν στις τελευταίες εκλογές με τρόπο εκκωφαντικό ως προς τα ποσοστά που συγκέντρωσαν και εξακολουθούν να κρίνονται αρνητικά στις δημοσκοπήσεις αν δει κάποιος τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ και των κομμάτων που προέκυψαν από τις διασπάσεις του.

Κάπου εδώ έρχεται να αναδειχθεί το ερώτημα που εκ των πραγμάτων θα τεθεί πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές και στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν οι πολίτες με την ψήφο τους. Και το ερώτημα είναι πώς και ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα οδηγώντας την στην επόμενη φάση στον δρόμο προς το 2030 μέσα από συνεχείς κρίσεις, γεωστρατηγικές, οικονομικές αλλά και πολιτικές, σε διεθνές επίπεδο.

Σε όλες τις δημοσκοπήσεις του 2025 αυτό που προτάσσουν οι πολίτες είναι η σταθερότητα και η προοπτική. Στις πρώτες δημοσκοπήσεις του 2026 το αίτημα της σταθερότητας γίνεται ακόμη πιο επιτακτικό μέσα από τις αναταράξεις και τις ανακατατάξεις στο διεθνές γίγνεσθαι.

Η αντιπολίτευση πρέπει να απαντήσει στο πώς θα κυβερνηθεί η χώρα. Η λογική τού «να πέσει ο Μητσοτάκης και βλέπουμε» δεν αποτελεί εναλλακτική πρόταση. Επίσης, πρέπει να απαντήσει και στο ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα. Το «να πέσει ο Μητσοτάκης και θα βρεθεί το πρόσωπο» πάλι δεν αποτελεί πρόταση.

Έτσι, έχουμε από τη μία πλευρά μια κυβέρνηση και μια παράταξη που αποτυπώνει με πράξεις το πρόγραμμα που έχει θέσει υπ’ όψιν του ελληνικού λαού και έναν επικεφαλής –πρωθυπουργό για δεύτερη συνεχή θητεία– που δίνει λύσεις, αναγνωρίζει λάθη και μεγαλώνει τη χώρα θωρακίζοντάς τη και αμυντικά και διπλωματικά, και από την άλλη διάφορα κόμματα που αναζητούν ρόλο χωρίς προτάσεις, χωρίς εναλλακτικές λύσεις κοστολογημένες και εφαρμόσιμες.

Διότι δεν πρέπει να μπερδευόμαστε. Το «Ναι» σε κάθε αίτημα που τίθεται από επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες και η πλειοδοσία δεν αποτελεί πρόταση, αλλά μια επανάληψη της ιστορίας, που οδήγησε τη χώρα στη δεκαετή οικονομική κρίση.

Σε κάθε περίπτωση, οι πολίτες δύσκολα θα θελήσουν να πληρώσουν και πάλι τα φροντιστήρια μαθητευόμενων μάγων και να γίνουν τα θύματα των αυταπατών τους...

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».