Την προηγούμενη Πέμπτη έφτασε στην Ελλάδα η πρώτη από τις τέσσερις φρεγάτες Belharra.

Θεωρήθηκε ιστορική στιγμή για το Πολεμικό Ναυτικό της χώρας και στην υποδοχή της βρέθηκε και ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, μαζί με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, Νίκο Δένδια.

Τι πιο λογικό, τι πιο φυσικό να υπάρξει μια υποδοχή όπως αυτή που είδαμε όλοι από τους τηλεοπτικές οθόνες. Κι όμως, η αντιπολίτευση μίλησε για σόου. Μίλησε για «μικροκομματική εκμετάλλευση». Όχι μόνο από την πλευρά που στο παρελθόν ακούγαμε ατάκες όπως το «έχει σύνορα η θάλασσα;» αλλά και απ’ άλλους, όπως για παράδειγμα από το ΠΑΣΟΚ.

Γιατί όμως; Ποιο είναι το πρόβλημα όλων αυτών που έφτασαν στο σημείο να χαρακτηρίζουν την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη φρεγάτα ως «λαϊκισμό»; Δεν έπρεπε να γίνει υποδοχή; Δεν έπρεπε να είναι εκεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας της χώρας στο πλαίσιο της ένταξης στο Πολεμικό Ναυτικό ενός όπλου που συμβάλλει τα μέγιστα στην αποτρεπτική δύναμη της χώρας;

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα απ’ όλα αν συμφωνούμε όλοι ότι η Ελλάδα δεν είναι Λουξεμβούργο, δεν είναι Ελβετία. Δεν βρίσκεται δηλαδή σε κάποιο σημείο όπου περιβάλλεται από γείτονες οι οποίοι δεν είναι θιασώτες του αναθεωρητισμού και δεν λειτουργούν με λογικές καθεστωτικές.

Βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο της Ανατολικής Μεσογείου απέναντι σε μια χώρα που ακόμη και σήμερα διατηρεί το casus belli, ενώ στην ευρύτερη περιοχή σημειώνονται γεωπολιτικές αναταράξεις με συχνότητα που προκαλεί προβληματισμό και ερωτήματα για την επόμενη ημέρα.

Στο πλαίσιο αυτό, όσοι δεν πιστεύουν ότι η θάλασσα δεν έχει σύνορα οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα για την αμυντική θωράκιση και τη δημιουργία συνθηκών ασφάλειας. Και αυτά να τα προβάλλουν με κάθε μέσο και κάθε τρόπο. Κακά τα ψέματα, οι Belharra, τα F-16, τα F-35, τα Rafale και όλα όσα γίνονται είναι η βάση για μια χώρα όπως η Ελλάδα.

Με την αμυντική θωράκιση και την ισχυρή διπλωματία διαμορφώνονται οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες για την ανάδειξη του ρόλου της ως πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας. Ασφάλειας που σε κάθε περίπτωση αποτελεί τον κινητήριο μοχλό για την οικονομική ασφάλεια, τις επενδύσεις, την ανάταξη και την ανάπτυξη.

Κακά τα ψέματα, ποιος επενδύει σε μια χώρα που δεν είναι ασφαλής; Ποια οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί και κατ’ επέκταση πώς μπορεί να βελτιωθεί η καθημερινότητα του πολίτη, του κάθε πολίτη.

«Αμυντική και οικονομική ασφάλεια είναι αλληλένδετες. Μαζί με την πολιτική σταθερότητα, αποτελούν τη βάση για την ευημερία και την ελευθερία των πολλών», ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτησή του, σημειώνοντας πως «η πρόσφατη έκδοση του 10ετούς ομολόγου από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα της χώρας».

Κι όμως, η αντιπολίτευση βρήκε και εδώ… χώρο για να επικρίνει και να λαϊκίσει. Ενδεχομένως τα στελέχη της, απ’ όλα τα κόμματα, θεωρούν πως η αίσθηση της ασφάλειας είναι σε βάρος της τακτικής της αποσταθεροποίησης και του μπάχαλου.

Μόνο που με αυτήν τη λογική και αυτή την τακτική αυτό που καταφέρνουν είναι να διατηρούν κολλημένη τη βελόνα. Και στη συνέχεια να απορούν, συνολικά, «…τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε».

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».