Η τάση των πολιτών δεν είναι απλώς απομάκρυνση από την Αριστερά, αλλά συστηματική στροφή προς όλες τις εκφάνσεις της Δεξιάς.
Οι πολιτικοί παρατηρητές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, μιλούν πλέον ανοιχτά για τα δομικά και στρατηγικά αδιέξοδα της Αριστεράς.
Ένας χώρος που ιστορικά εξέφραζε κοινωνικά αιτήματα, ριζοσπαστικές ιδέες και εναλλακτικά οράματα εξουσίας εμφανίζεται σήμερα κατακερματισμένος, ιδεολογικά αμήχανος και πολιτικά αναποτελεσματικός. Η εικόνα που εκπέμπεται συχνά θυμίζει περισσότερο «επιθεώρηση» παρά συγκροτημένο πολιτικό σχέδιο, καθώς απουσιάζει κάθε κοινή συνισταμένη μεταξύ των πολλών και αλληλοσυγκρουόμενων σχηματισμών του αριστερού χώρου.
Η πολυδιάσπαση αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της σύγχρονης ελληνικής Αριστεράς. Πολλά μικρά κόμματα, κινήσεις και πρωτοβουλίες ανταγωνίζονται μεταξύ τους, συχνά με μεγαλύτερη ένταση απ’ ό,τι αντιπαρατίθενται με τη Δεξιά. Οι προσωπικές στρατηγικές, οι ιδεολογικές καθαρότητες και οι εσωτερικές διαμάχες υπερισχύουν της ανάγκης για πολιτική σύνθεση. Το αποτέλεσμα είναι ένας χώρος χωρίς σαφή αφήγηση, χωρίς κοινό στόχο και χωρίς πειστική πρόταση διακυβέρνησης στο ελάχιστο.
Τα δημοσκοπικά δεδομένα ενισχύουν αυτή τη δυσοίωνη εικόνα. Η τάση των πολιτών δεν είναι απλώς απομάκρυνση από την Αριστερά, αλλά συστηματική στροφή προς όλες τις εκφάνσεις της Δεξιάς – από τη φιλελεύθερη και κεντροδεξιά μέχρι τη σκληρή και συχνά ακραία εκδοχή της. Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, αλλά αποτελεί ευρωπαϊκή πραγματικότητα, με την Αριστερά να αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει κοινωνικές κρίσεις, ανισότητες και θεσμική απαξίωση.
Στην ελληνική περίπτωση, η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί ως καταλύτης αυτής της κρίσης. Το κόμμα που κάποτε εξέφρασε την ελπίδα της κυβερνώσας Αριστεράς βρίσκεται σήμερα σε παρατεταμένη εσωστρέφεια, με διαρκείς αποχωρήσεις, απώλεια κοινωνικής βάσης και αδυναμία επαναπροσδιορισμού. Η διακυβέρνηση 2015-2019 άφησε πίσω της αντιφάσεις, απογοήτευση και ένα κενό αξιοπιστίας που δεν έχει καλυφθεί μέχρι σήμερα.
Η Νέα Αριστερά εμφανίζεται πολιτικά ανύπαρκτη για μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος. Παρά τις θεωρητικές αναφορές και τις προσπάθειες ανανέωσης του λόγου, αδυνατεί να αποκτήσει μαζικότητα, σαφή πολιτική ταυτότητα και κοινωνική διείσδυση. Παραμένει περισσότερο ένα εγχείρημα ακραίων αριστερών στελεχών παρά ένα ζωντανό πολιτικό ρεύμα.
Το Κίνημα Δημοκρατίας του Στέφανου Κασσελάκη αποτελεί μια ιδιότυπη περίπτωση. Προσωποκεντρικό, επικοινωνιακά έντονο και πολιτικά ασαφές, οδεύει προς ένα Συνέδριο «ξεκαθαρίσματος», χωρίς να είναι σαφές αν θα προκύψει ένα άλλο πολιτικό σχέδιο ή απλώς μία ακόμη διάσπαση ή ακόμα και οι... τίτλοι τέλους. Η έλλειψη ιδεολογικού βάθους και η υπερβολική έμφαση στο πρόσωπο δημιουργούσαν από την αρχή ερωτήματα για τη διάρκεια και τη σοβαρότητα του εγχειρήματος.
Την ίδια στιγμή, η ριζοσπαστική Αριστερά βρίσκεται εκτός Βουλής. Το ΜέΡΑ25 του Γιάνη Βαρουφάκη, παρά τη διεθνή παρουσία του επικεφαλής του και τον έντονο αντισυστημικό λόγο, δεν κατάφερε να διατηρήσει κοινοβουλευτική παρουσία. Η ρητορική ρήξης, χωρίς πειστικό σχέδιο εφαρμογής και χωρίς κοινωνικές συμμαχίες, φαίνεται πως δεν αρκεί για να πείσει μια κοινωνία κουρασμένη από διαψεύσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα. Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί ένα πολιτικό επαναλανσάρισμα, με φήμες και σενάρια για τη δημιουργία νέου κόμματος. Ωστόσο, τα δημοσκοπικά στοιχεία δεν εμφανίζονται ευνοϊκά ούτε για τον ίδιο. Η φθορά της διακυβέρνησης, η απώλεια του αντισυστημικού προφίλ και η αίσθηση πολιτικού ήδη γνωστού περιορίζουν τις δυνατότητες επιστροφής του ως φορέα ελπίδας.
Ακόμη πιο ενδεικτικό της κρίσης της παραδοσιακής Αριστεράς είναι το γεγονός ότι άλλες αντισυστημικές δυνάμεις, εκτός του κλασικού πολιτικού φάσματος, φαίνεται να την προσπερνούν. Η δυναμική κάποιων προσώπων όπως η Μαρία Καρυστιανού, που εκφράζουν κοινωνική αγανάκτηση και θεσμική αμφισβήτηση χωρίς κομματικές δομές, καταδεικνύει ότι το αίτημα για αλλαγή δεν έχει εκλείψει – απλώς δεν βρίσκει πλέον έκφραση στην οργανωμένη Αριστερά.
Το βασικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Αριστερά βρίσκεται σε κρίση, αλλά αν μπορεί να βγει απ’ αυτήν. Χωρίς ενότητα, χωρίς σύγχρονο πολιτικό αφήγημα και χωρίς ουσιαστική επαφή με τις αγωνίες της κοινωνίας, ο χώρος κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένος σε έναν φαύλο κύκλο εσωτερικών συγκρούσεων και εκλογικής συρρίκνωσης. Η επιμονή σε παρωχημένα σχήματα, σε ιδεολογικές... ορθοδοξίες και σε προσωπικές στρατηγικές δεν αρκεί για να απαντήσει στις προκλήσεις της εποχής.
Η «επιθεώρηση» της Αριστεράς, όπως την περιγράφουν πολλοί αναλυτές, δεν είναι απλώς επικοινωνιακό πρόβλημα. Είναι βαθύ πολιτικό και στρατηγικό ζήτημα. Αν δεν υπάρξει αυτοκριτική, ανανέωση και πραγματική σύνθεση, η Αριστερά κινδυνεύει από δύναμη αλλαγής, που θα ήθελαν κάποια στελέχη της, να μετατραπεί σε ιστορική υποσημείωση. Και σε μια περίοδο όπου οι κοινωνικές ανισότητες, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η θεσμική κρίση βαθαίνουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η απουσία μιας ισχυρής, πειστικής Αριστεράς ίσως αποδειχθεί το μεγαλύτερο πολιτικό έλλειμμα της εποχής.
Την ίδια ώρα, οι όποιοι αυτόκλητοι πολιτικοί σωτήρες εμφανίζονται να αντιμετωπίζουν πρωτίστως την αμφισβήτηση στο εσωτερικό του αριστερού χώρου, αναπαράγοντας την κρατούσα άποψη για την ελληνική Αριστερά που έλεγε ότι οι μεγαλύτερες διενέξεις είναι στο εσωτερικό της και όχι με τους αντιπάλους της. Είναι μάλιστα τέτοια η ένταση σ’ αυτές τις περιπτώσεις, που τα όσα διαδραματίζονται μπορεί να δώσουν άφθονο υλικό για τις καλοκαιρινές επιθεωρήσεις.


