Τελικά, πού έχουμε μάθει ως κοινωνία να ρίχνουμε ευθύνες, στο θύτη ή στο θύμα;
Με αφορμή τον θάνατο της 19χρονης από την Κεφαλονιά, ερώτημα προκύπτει αβίαστα: μας ενδιαφέρει πραγματικά να αναζητήσουμε ευθύνες εκεί που ανήκουν ή επιμένουμε να τις μεταθέτουμε στο ίδιο το θύμα, σε μια κοπέλα που κάποιοι «παράτησαν» σε άσχημη κατάσταση, οδηγώντας την στον θάνατο;
Διαβάζουμε σχόλια για το ότι «δεν ήξερε πού μπλέκει», ότι «αυτό θα ήταν το τέλος». Γιατί όμως σπεύδουμε να δώσουμε άλλοθι σε όσους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συνέβαλαν -ή «συμμετείχαν»- στην τραγική αυτή κατάληξη; Γιατί η ευθύνη μετατοπίζεται από αυτούς που δεν τη βοήθησαν, που δεν τη μετέφεραν εγκαίρως σε ένα νοσοκομείο, σε εκείνη που έμεινε αβοήθητη;
Η απάντηση βρίσκεται βαθιά ριζωμένη σε κοινωνικά στερεότυπα. Σε μια πατριαρχική αντίληψη που επιμένει να ελέγχει, να κρίνει και τελικά να κατηγορεί τη γυναίκα. Επειδή είχε έντονο μακιγιάζ, επειδή είχε τατουάζ, επειδή ντυνόταν «προκλητικά» -ένας όρος που από μόνος του αποκαλύπτει τη στρέβλωση.
Τί μαθαίνουμε τελικά ως κοινωνία; Ότι ακόμη και σήμερα, μετά από τόσες υποθέσεις, η πρώτη ερώτηση για έναν βιασμό παραμένει η ίδια: «τι φορούσε;». Ότι ακόμη και σε μια υπόθεση όπου μια κοπέλα εγκαταλείφθηκε μετά από χρήση ουσιών, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την εμφάνισή της και τις επιλογές της, γύρω δηλαδή από τις δικές της επιλογές και της δικές της ευθύνες ακόμα και εκεί που δεν υπάρχουν.
Η πραγματικότητα είναι σκληρή αλλά ξεκάθαρη: η ευθύνη δεν ανήκει στο θύμα. Ανήκει σε εκείνους που είχαν τη δυνατότητα να βοηθήσουν και δεν το έκαναν.
Και όσο δεν το αναγνωρίζουμε, τόσο θα μοιράζουμε ελαφρά τη καρδία τις ευθύνες εκεί που δεν αναλογούν.