Η δολοφονία του Μανώλη Καντάρη συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία γιατί συμπύκνωσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, τον απόλυτο παραλογισμό της βίας.

Εγώ πάντως, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, όταν έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα -εξαιτίας της επετείου- η δολοφονία του Μανώλη Καντάρη, του πατέρα που πήγαινε στο μαιευτήριο την γυναίκα του για να φέρει στον κόσμο το παιδί τους, και τον σκότωσαν τρεις Αφγανοί μέσα σε 14 δευτερόλεπτα για μια βιντεοκάμερα, που κόστισε στο Μοναστηράκι 120 ευρώ, εγώ πάντως, θυμάμαι μια συζήτηση που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ.

Κάθε χρόνο, λοιπόν, τέτοιες μέρες θυμάμαι πολύ καλά μια συζήτηση που είχα με μία κοπέλα συνομήλικη μου, η οποία πρόσκειται στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, και που όταν εγώ της έλεγα πόσο σοκ είχα πάθει με αυτήν την κτηνωδία, γύρισε και μου είπε το αδιανόητο: «Και τι να κάνουμε μωρέ, φτωχούληδες ήταν, πεινούσαν»!

Είναι ασύλληπτο για κάθε υγιή πολιτικά σκεπτόμενο άνθρωπο να κατανοήσει το πώς μία ιδεολογία σε αποκτηνώνει, το πώς μία ιδεολογία σταματά να σε κάνει άνθρωπο, πώς μία ιδεολογία σε κάνει να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που σου έμαθε η ιδεολογία σου να δικαιολογείς ακόμα και τις δολοφονίες που διαπράττουν, και στα θύματα τους, που είναι πλέον στα μάτια σου αόρατα.

Η δολοφονία του Μανώλη Καντάρη συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία γιατί συμπύκνωσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, τον απόλυτο παραλογισμό της βίας. Μία γυναίκα πήγαινε να γεννήσει και αντί να κρατά το χέρι του άντρα της, τον είδε άγρια δολοφονημένο στον δρόμο. Εκείνη την περίοδο άνοιξε έντονα η συζήτηση για την εγκληματικότητα και την αίσθηση ανασφάλειας στο κέντρο της Αθήνας. Όμως, το πιο τρομακτικό δεν ήταν μόνο το έγκλημα. Ήταν η ευκολία με την οποία κάποιοι έσπευσαν να το δικαιολογήσουν ιδεολογικά.

Όταν η πολιτική τύφλωση σε οδηγεί να ψάχνεις ελαφρυντικά για τον δολοφόνο αντί να σταθείς πρώτα δίπλα στο θύμα, τότε κάτι βαθιά ανθρώπινο έχει χαθεί. Η κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει με δύο μέτρα και δύο σταθμά απέναντι στη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.