Η Λάουρα Κοβέσι συνεχίζει την κόντρα της με την κυβέρνηση, αυτή τη φορά με αφορμή την ανανέωση της θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων συναδέλφων της.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αναμένεται να εξετάσει σήμερα την προσφυγή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αναφορικά με τη διετή –και όχι πενταετή, όπως ζητούσε η Ευρωπαία εισαγγελέας– παράταση της θητείας των τριών Ελλήνων εντεταλμένων εισαγγελέων. Ανεξαρτήτως της απόφασης του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, όλα δείχνουν ότι η υπόθεση θα οδηγηθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όπως τουλάχιστον φανερώνουν οι προθέσεις της κυρίας Κοβέσι.
Πληροφορίες αναφέρουν μάλιστα ότι η Ευρωπαία εισαγγελέας σχεδιάζει σήμερα να παραστεί αυτοπροσώπως ενώπιον των δικαστών του Αρείου Πάγου, δεδομένου ότι είναι η μόνη που μπορεί να υποστηρίξει διά ζώσης της προσφυγή της κατά της απόφασης για τη διετή παράταση της θητείας των Πόπης Παπανδρέου, Χαρίκλειας Θάνου και Διονύση Μουζάκη, ήτοι των τριών Ελλήνων δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Από την πρώτη στιγμή η κυρία Κοβέσι είχε εκφράσει την αντίθεσή της σ’ αυτήν την απόφαση, την οποία χρεώνει μάλιστα στην κυβέρνηση, συνεχίζοντας την ανοικτή αντιπαράθεσή της με την πολιτική ηγεσία. Μια αντιπαράθεση που αρχικά ξεκίνησε με την υπόθεση της σύμβασης 717 μετά το δυστύχημα στα Τέμπη, αλλά κορυφώθηκε με την υπόθεση των αγροτικών επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις δικογραφίες που έστειλε στη Βουλή των Ελλήνων, εμπλέκοντας υπουργούς και άλλα κυβερνητικά στελέχη ή βουλευτές.
Γίνεται έτσι ξεκάθαρο πλέον ότι η Ευρωπαία εισαγγελέας υπερβαίνει τον ρόλο της και η αντιπαράθεση αυτή με την ελληνική κυβέρνηση την καθιστά πλέον ευάλωτη στην κριτική ότι οι παρεμβάσεις της έχουν πολιτικά χαρακτηριστικά – ή, καλύτερα, αντιπολιτευτικά.
Αυτό δηλαδή που από την πρώτη στιγμή υποστήριξαν κυβερνητικά στελέχη, αλλά προκλήθηκαν αντιδράσεις από την πλευρά κυρίως της αντιπολίτευσης, η οποία κατηγόρησε την κυβέρνηση με επιπόλαιο τρόπο για παρεμβάσεις στο έργο της Ευρωπαίας εισαγγελέως. Ο τρόπος ωστόσο με τον οποίο συνεχίζει να δρα η κυρία Κοβέσι δείχνει ξεκάθαρα πως το πρόβλημα είναι υπαρκτό και πως η δικαστική λειτουργός έχει, αν μη τι άλλο, τους δικούς της λόγους για τους οποίους δρα κατ’ αυτόν τον τρόπο και εναντιώνεται σε κάθε απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης.
Πολύ περισσότερο, σχολιάζει διαρκώς ακόμη και πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, όπως αυτή για την αναθεώρηση του άρθρου 86 του συντάγματος για τον νόμο περί ευθύνης των υπουργών. Και δεν σέβεται στο τέλος της ημέρας τη διάκριση των εξουσιών, η οποία αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας και μιας ευνομούμενης πολιτείας.
Μπορεί βέβαια η κυρία Κοβέσι να έχει συνηθίσει από τη Ρουμανία, όπου η εκτεταμένη διαφθορά –την οποία υποτίθεται ότι η ίδια κυνηγά– έχει διαβρώσει το πολιτικό σύστημα και τα θεμέλιά του. Η Ρουμανία ωστόσο δεν είναι Ελλάδα και αυτό δεν είναι ένας αυθαίρετος ισχυρισμός από την πλευρά της κυβέρνησης ή κάποιου άλλου εγχώριου παράγοντα, αλλά από τις επίσημες εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου. Διότι η ίδια η Κομισιόν έχει παραδεχθεί πως η Ελλάδα έχει κάνει πολύ σημαντικά βήματα και πρόοδο σε ό,τι αφορά τους θεσμούς και το κράτος δικαίου με αυτήν την κυβέρνηση και η εικόνα που επιχειρεί να παρουσιάσει η κυρία Κοβέσι είναι απολύτως ασύμβατη με αυτήν την πραγματικότητα.
Με άλλα λόγια, η Ευρωπαία εισαγγελέας ούτε μπορεί ούτε πρέπει να παρεμβαίνει στα εσωτερικά μας ούτε να δρα με τρόπο που έχει πολιτικό πρόσημο. Είναι εκείνη που πρέπει ως δικαστική λειτουργός και σεβόμενη τον ρόλο της στην Ευρώπη να σέβεται τη διάκριση των εξουσιών και τις αποφάσεις είτε της ελληνικής Δικαιοσύνης είτε της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης της χώρας.
Η στάση της και κυρίως η εμμονή της να υπερβαίνει τον ρόλο της σε ό,τι αφορά τις ελληνικές υποθέσεις δίνει περιθώρια για ερμηνείες και κυρίως υπόνοιες ότι εξυπηρετεί, άθελά της ή μη, συγκεκριμένα μικροπολιτικά συμφέροντα. Και τούτο ισχύει ασχέτως της απόφασης του Αρείου Πάγου και της κατάληξης της συγκεκριμένης υπόθεσης με τη θητεία των Ελλήνων εισαγγελέων που υπηρετούν υπό τις οδηγίες της κυρίας Κοβέσι.