Οι συνολικοί χειρισμοί στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ εξέθεσαν την ίδια την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και αποδυνάμωσαν το κύρος ενός χρήσιμου θεσμού.

Με μια συνέντευξη-ποταμό στο «Μανιφέστο» ο γνωστός δικηγόρος Δημήτρης Γαλλής σκώπτει την Ευρωπαία εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι, χαρακτηρίζοντας «φιάσκο τα αιτήματα ασυλίας» για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ από το στόχαστρό του δεν γλιτώνει ούτε η Μαρία Καρυστιανού, καθώς ως πρώην δικηγόρος στην υπόθεση των Τεμπών γνωρίζει από πρώτο χέρι τα γεγονότα, για την οποία όπως λέει «η δημόσια συμπεριφορά της ήταν εξαρχής στοχευμένη και δομημένη με όρους πολιτικής δράσης και ως τέτοια θα συνεχιστεί».

Πώς κρίνετε τη στάση και τη συμπεριφορά της κ. Κοβέσι συνολικά σε σχέση με τους χειρισμούς της σε υποθέσεις όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ;

Στις 22.4.2026 η ελληνική Βουλή ικανοποίησε το αίτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και έδωσε άδεια δίωξης έντεκα βουλευτών για θέματα ΟΠΕΚΕΠΕ. Από μόνο του το αίτημα ήταν πιθανό να ρίξει την κυβέρνηση. Δύο μήνες μετά, δίωξη δεν έχει ασκηθεί. Και μόνο το γεγονός αυτό μαρτυρά ότι επρόκειτο για κίνηση επικοινωνιακής αυτοπροβολής, στην καλύτερη περίπτωση.

Το γεγονός ότι ταυτόχρονα εξελίσσονταν οι διαδικασίες παράτασης της θητείας των εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων, των ίδιων που χειρίζονται τους φακέλους ΟΠΕΚΕΠΕ, προκαλεί αναπόφευκτα σκέψεις για ύπαρξη ατομικών φιλοδοξιών πίσω από το άστοχο, όπως αποδείχθηκε, αίτημα.

Μετά την παροχή αδείας, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αντί να ασκήσει δίωξη, παρήγγειλε πραγματογνωμοσύνη για να διαπιστωθεί το μέγεθος της ζημίας. Οικονομικό έγκλημα χωρίς προσδιορισμό της οικονομικής ζημίας δεν υπάρχει. Επομένως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι έκθετη πια και, είναι προφανές, η έκθεση Τυχεροπούλου, που ουσιαστικά προσδιόρισε τη ζημία κοντά στο μηδέν, συνιστά συντεταγμένη υποχώρηση και προσπάθεια να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα.

Το διαφαινόμενο φιάσκο με τα αιτήματα άρσης ασυλίας, δεν μπορεί να μείνει χωρίς αντιμετώπιση στο άμεσο μέλλον. Η ανυπαρξία ζημίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνεπάγεται βέβαια και ανυπαρξία δικαιοδοσίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, γεγονός που καθιστά το αίτημα άρσης ασυλιών ακόμη πιο παράλογο. Μάλλον κάποιες παραιτήσεις πρέπει να ζητηθούν, παρά να αντιδικεί η κ. Κοβέσι με τον Αρειο Πάγο.

Μέχρι πού φτάνουν τα όρια παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο εσωτερικό ενός κράτους; Μήπως τα ξεπέρασε η κ. Κοβέσι;

Η κ. Κοβέσι, στο φόρουμ των Δελφών, μας έκανε κήρυγμα περί πολιτικής διαφθοράς. Η φήμη του διώκτη της πολιτικής διαφθοράς τη συνόδευε και ουσιαστικά ήταν το «προσόν» με το οποίο φαίνεται ότι επιλέχθηκε για τη θέση. Πέρα από το κήρυγμα όμως, η εφαρμοσμένη επιβολή του νόμου απαιτεί αυστηρή τήρηση των κανόνων, σεβασμό στις διαδικασίες και επαγγελματικό χειρισμό των υποθέσεων.

Τα στοιχεία αυτά δεν επιβεβαιώθηκαν στην πράξη. Το μαζικό αίτημα άρσης ασυλίας έντεκα βουλευτών, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη σοβαρή έρευνα, συνιστά περισσότερο πολιτική παρέμβαση και προσπάθεια να εμφανιστεί ένα εντυπωσιακό έργο που υπηρετεί το αφήγημα της πάταξης της πολιτικής διαφθοράς, παρά ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης. Ας μη μας διαφεύγει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στελεχώνεται από Ελληνες.

Πού πιστεύεται ότι οφείλεται αυτή η τακτική καταδίωξης της χώρας μας;

Δεν θεωρώ ότι η χώρα μας καταδιώκεται. Αντίθετα, χαίρει σεβασμού στην Ευρωπαϊκή Ενωση και πλέον πρωτοπορεί σε πολλές από τις δράσεις της. Κατά συνέπεια, η επιστολή Κοβέσι προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την οποία κατηγορείται η χώρα μας για την ανανέωση της θητείας των τριών εντεταλμένων μόνο για δύο και όχι για πέντε χρόνια, με ταυτόχρονο αίτημα για πάγωμα ευρωπαϊκών κονδυλίων, δείχνει έλλειψη κατανόησης του κοινοτικού περιβάλλοντος και πιθανότατα εκνευρισμό, μπροστά στη διαπίστωση ότι η παρεμβατική συμπεριφορά της αντιμετωπίστηκε με τρόπο θεσμικό και αδιάβλητο.

Στην πραγματικότητα,οι συνολικοί χειρισμοί στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ εξέθεσαν την ίδια την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και αποδυνάμωσαν το κύρος ενός χρήσιμου θεσμού, τον οποίο από την πρώτη στιγμή στήριξε και η χώρα μας. Ας μην ξεχνάμε πως στον θεσμό προσχώρησαν μόνο όσες χώρες επιθυμούσαν. Δεν επρόκειτο για αναγκαστική συμμετοχή. Η ενδυνάμωση, με όρους αξιοπιστίας όμως, του συγκεκριμένου θεσμού συνιστά βασικό προαπαιτούμενο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, την οποία, προσωπικά, υποστηρίζω σθεναρά. Πρόκειται καθαρά για αστοχία προσώπων, η οποία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για διορθώσεις και βελτιώσεις στο μέλλον.

Πώς σχολιάζετε τη στάση της κ. Καρυστιανού όσον αφορά την απουσία της από την εν εξελίξει δίκη των Τεμπών αλλά και τις θέσεις της για το κράτος δικαίου και την απόδοση δικαιοσύνης;

Είναι συχνό φαινόμενο οι συγγενείς των θυμάτων δυστυχήματος να προσκολλώνται στις δικαστικές διαδικασίες, επιδιώκοντας την τιμωρία των ενόχων και «τη δικαίωση» των νεκρών. Τέτοια δικαίωση δεν υπάρχει βέβαια, διότι τίποτα δεν δικαιώνει τον θάνατο. Η ενασχόληση με τις διαδικασίες συχνά απαλύνει τον πόνο των συγγενών, καλύπτει εν μέρει το κενό και ουσιαστικά μεταθέτει για αργότερα τη συνειδητοποίηση του απόλυτα μη αναστρέψιμου της απώλειας.

Ειδικά για την κ. Καρυστιανού, είναι ξεκάθαρο κινήθηκε με διαφορετική στόχευση. Το προσωπικό πλήγμα, βεβαίως, δεν αμφισβητείται, ούτε πρέπει κανείς να σχολιάσει επ’ αυτού.

Η δημόσια συμπεριφορά της, ωστόσο, ήταν εξαρχής δομημένη με όρους πολιτικής δράσης και ως τέτοια συνεχίζεται. Υπ’ αυτήν την οπτική, η παρουσία στη δίκη θα σημειώνεται στο μέλλον με τρόπο και στο μέτρο που αυτή θα υπηρετεί τις πολιτικές, επίσημες πια, δραστηριότητες.