Προβληματισμό προκαλεί στο ΠΑΣΟΚ το γεγονός ότι ενώ Διαμαντοπούλου και Χριστοδουλάκης έχουν διαψεύσει τα περί «μυστικού δείπνου», ο Ανδρουλάκης αρνείται να τους... καλύψει.
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που η σιωπή λέει πολύ περισσότερα από εκατό ανακοινώσεις.
Και στην περίπτωση του περίφημου δείπνου της Άννας Διαμαντοπούλου με τον Μανώλη Χριστοδουλάκη, το ΠΑΣΟΚ δεν μίλησε απλώς λίγο.
Δεν μίλησε καθόλου.
Ένα κόμμα που τα τελευταία χρόνια έχει μετατρέψει τις ανακοινώσεις σε καθημερινή πρακτική –σχολιάζοντας από τις δηλώσεις των πολιτικών αντιπάλων μέχρι το… πέταγμα της πεταλούδας– ξαφνικά έχασε τη φωνή του όταν το θέμα αφορούσε το εσωτερικό του.
Και αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωση.
Για ημέρες ο δημόσιος διάλογος περιστρεφόταν γύρω από έναν «μυστικό δείπνο» που, σύμφωνα με τις δηλώσεις των «συνδαιτημόνων», δεν υπήρξε ποτέ.
Γιατί όμως το ΠΑΣΟΚ δεν το διέψευσε επισήμως;
Γιατί δεν εξέδωσε μία ανακοίνωση δύο γραμμών, όπως κάνει σχεδόν καθημερινά για κάθε ζήτημα της επικαιρότητας;
Μόνο… σιωπή
Η απάντηση βρίσκεται ακριβώς στη στάση που επέλεξε η Χαριλάου Τρικούπη.
Όταν ένα κόμμα αποφεύγει να απαντήσει σε ένα θέμα που κυριαρχεί στην πολιτική συζήτηση, δημιουργεί μόνο του την εντύπωση ότι κάτι προσπαθεί να διαχειριστεί και όχι να διαψεύσει.
Η σιωπή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αντιμέτωπο με μια διαρκή δημοσκοπική υποχώρηση.
Οι υψηλές προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί μετά τις εσωκομματικές εκλογές έχουν δώσει τη θέση τους στην αβεβαιότητα.
Το αφήγημα της «κυβερνητικής εναλλακτικής» δείχνει να μην πείθει, ενώ η εικόνα της πολιτικής σταθερότητας που επιχείρησε να εκπέμψει ο Νίκος Ανδρουλάκης υπόκειται σε συνεχείς εσωτερικές δοκιμασίες.
Και όταν ένα κόμμα βλέπει τις δημοσκοπήσεις να μην ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του, αρχίζουν σχεδόν νομοτελειακά οι προσωπικές στρατηγικές, οι υπόγειες διαδρομές, οι εσωτερικές ισορροπίες και τα αλληλοκαρφώματα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που στο ΠΑΣΟΚ εμφανίζονται διαφορετικά κέντρα επιρροής.
Είναι όμως ίσως η πρώτη φορά που η ηγεσία δείχνει τόσο αμήχανη απέναντι σε ένα ζήτημα που θα μπορούσε να κλείσει μέσα σε λίγα λεπτά με μία ξεκάθαρη τοποθέτηση.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε δύο επιλογές:
- Είτε να υπερασπιστεί δημόσια τα κορυφαία στελέχη του, διαψεύδοντας κάθε σενάριο που θα μπορούσε να τραυματίσει την εικόνα της παράταξης.
- Είτε να επιτρέψει στις φήμες να αναπαράγονται, αφήνοντας τους πρωταγωνιστές να σηκώνουν μόνοι τους το βάρος.
Επέλεξε το δεύτερο.
Επιλογή που γεννά εύλογα πολιτικά ερωτήματα.
Πιστεύει πραγματικά η ηγεσία ότι η σιωπή λύνει προβλήματα;
Ή μήπως θεωρεί πως η εσωκομματική φθορά ορισμένων στελεχών εξυπηρετεί τελικά τις ισορροπίες της;
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ενός κόμματος όπου η καχυποψία έχει αρχίσει να κυριαρχεί απέναντι στην εμπιστοσύνη.
Αυτό όμως δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής ωριμότητας.
Αποτελεί σύμπτωμα εσωτερικής ανασφάλειας.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η διαφορετική στάση που επιδεικνύει το ΠΑΣΟΚ όταν πρόκειται για εσωτερικά και εξωτερικά ζητήματα.
Για τους πολιτικούς αντιπάλους υπάρχει άμεση αντίδραση, αιχμηρή ανακοίνωση, επιθετική ρητορική και καθημερινή παρουσία στα μέσα ενημέρωσης.
Για τα ζητήματα που αφορούν την ίδια την παράταξη επικρατεί απόλυτη αφωνία.
Αυτή η επιλεκτική ευαισθησία δεν περνά απαρατήρητη ούτε από τα στελέχη ούτε από τους ψηφοφόρους.
Η πολιτική αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο από όσα λες.
Κρίνεται κυρίως από όσα επιλέγεις να μην πεις.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής ηγεσίας.
Αντί να διαμορφώνει η ίδια την ατζέντα, συχνά μοιάζει να ακολουθεί τις εξελίξεις, επιχειρώντας εκ των υστέρων να περιορίσει τις συνέπειες.
Σε νευρικότητα
Το αποτέλεσμα είναι ένα κόμμα που εκπέμπει την εικόνα εσωτερικής νευρικότητας σε μια περίοδο όπου θα έπρεπε να παρουσιάζει συνοχή και αυτοπεποίθηση.
Η δημοσκοπική πίεση λειτουργεί πλέον ως επιταχυντής όλων των υπαρκτών αντιθέσεων.
Όσο τα ποσοστά δεν ανεβαίνουν τόσο θα πληθαίνουν οι διαφορετικές στρατηγικές, οι προσωπικές διαδρομές και οι εσωτερικές αμφισβητήσεις.
Η ιστορία έχει δείξει ότι κανένα κόμμα δεν κατάφερε να ανακάμψει όταν αφιέρωνε περισσότερη ενέργεια στη διαχείριση των εσωτερικών του προβλημάτων παρά στην παραγωγή πολιτικής.
Και κυρίως κανένα κόμμα δεν κατάφερε να πείσει τους πολίτες ότι μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα όταν δυσκολεύεται να διαχειριστεί ακόμη και τις δικές του εσωτερικές κρίσεις.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης καλείται πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικός αρχηγός και όχι ως απλός διαχειριστής ισορροπιών.
Διότι η ουδετερότητα, όταν το κόμμα βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, δεν εκλαμβάνεται ως ψυχραιμία.
Εκλαμβάνεται ως αδυναμία.