Κοντεύουν τρεις μήνες από την πτώση της τετρακομματικής κυβέρνησης στη Ρουμανία και η χώρα παραμένει σε χάος ασυνεννοησίας και ακυβερνησίας.
Ολοι αναγνωρίζουν πως πρόκειται για τη χειρότερη πολιτική κρίση από το 1989, αλλά οι συζητήσεις για τον διορισμό πρωθυπουργού πηγαίνουν από αδιέξοδο σε αδιέξοδο.
Οι κίνδυνοι είναι πλέον περισσότερο από ορατοί: Αύξηση του κόστους δανεισμού, υποβάθμιση από τους διεθνείς οίκους και απώλεια ευρωπαϊκών πόρων, κυρίως αυτών που προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι κυρίως πολιτικό και κυρίως ζήτημα Δημοκρατίας. Μερικοί από τους σοβαρότερους Ρουμάνους αναλυτές υποστηρίζουν πως ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού και η δημιουργία κυβερνήσεων συνεργασίας ή μειοψηφίας οδηγεί σε ένα μεγάλο πρόβλημα: Δεν γνωρίζει κανείς ποιος πραγματικά βρίσκεται στην εξουσία, ποιος παίρνει τις αποφάσεις και αν οι αποφάσεις αυτές είναι προϊόν εκβιασμών μεταξύ των κομμάτων, με την απειλή πτώσης της κυβέρνησης.
Από το κακό στο χειρότερο
Τα ασαφή όρια μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης και ο σχηματισμός πολυκομματικών κυβερνήσεων συνεργασίας ή μειοψηφίας τροφοδοτούν την πολιτική αστάθεια και ευνοούν τον λαϊκισμό και τον εξτρεμισμό.
Τα κόμματα βρίσκονται σε διαρκή διαπραγμάτευση με βάση κάποια (υποτίθεται) προγραμματική συμφωνία και πάντα μπορεί να βρεθεί μια λεπτομέρεια από την οποία μπορεί κάποιο κόμμα να «αρπαχτεί» για να αποχωρήσει από τον κυβερνητικό σχηματισμό.
Μπροστά σε τέτοια σενάρια βρισκόμαστε αυτόν τον καιρό και στην Ελλάδα: Να μην πετύχει την αυτοδυναμία η Νέα Δημοκρατία, οπότε υπάρχουν δύο ειδών σχέδια.
Σενάριο 1ο: Να σχηματιστεί κυβέρνηση μειοψηφίας με τον δεύτερο (δηλαδή τον Τσίπρα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία) να μοιράσει δεξιά-αριστερά (στην κυριολεξία) υπουργεία και να σχηματίσει μια εύθραυστη κυβέρνηση μειοψηφίας, αποτελούμενη από ετερόκλητες δυνάμεις που εύκολα αποσυναρμολογούνται. Στην περίπτωση αυτή, η Νέα Δημοκρατία, το πρώτο στις επιλογές του λαού κόμμα –και μάλιστα με διαφορά– θα βρεθεί εκτός κυβέρνησης.
Σενάριο 2o: Να βρεθεί η Νέα Δημοκρατία πολύ κοντά στην αυτοδυναμία και ένα νέο κόμμα, προερχόμενο από τους κόλπους της, να προσφέρει τον αναγκαίο αριθμό βουλευτών για τη δεδηλωμένη με το επιχείρημα ότι, αν και μικρό, θα ελέγχει τον «μεγάλο», θα τον κατευθύνει και μόλις δεν ικανοποιηθούν τα καπρίτσια του, θα σηκωθεί να φύγει.
Συνταγή… τοξικότητας
Πρόκειται για δύο καταστροφικά σενάρια πολιτικής αστάθειας και πιέσεων. Με βάση αυτά που συμβαίνουν στη Ρουμανία, ο αναλυτής Κρίστιαν Αντρέι προειδοποίησε ότι μέσα στο χάος του κατακερματισμού και των ευκαιριακών συμμαχιών, ελλοχεύει ο κίνδυνος άτυπων, τοξικών και αόρατων συμμαχιών, χωρίς σαφή λογοδοσία προς το εκλογικό σώμα.
«Μια σκιώδης, ανεύθυνη ηγεσία είναι το χειρότερο σενάριο για τη Ρουμανία», υπογράμμισε, προσθέτοντας: «Στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη ανάληψης εξουσίας και ευθύνης. Και αυτό οδηγεί σε χάος στην κοινωνία».
Μετά τις εκλογές της 1ης Δεκεμβρίου 2024, χρειάστηκαν επτά ολόκληροι μήνες για να σχηματιστεί κυβέρνηση, ενώ τρία υπερεθνικιστικά, φιλορωσικά, ακροδεξιά κόμματα είχαν εξασφαλίσει σχεδόν το 35% των εδρών.
Τον Ιούνιο του 2025 σχηματίστηκε τελικά μια φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση συνεργασίας από το πρώτο σε ψήφους Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (PSD), τους Φιλελεύθερους του Εθνικού Φιλελεύθερου Κόμματος (PNL), την Ενωση Σώστε τη Ρουμανία (USR) που είχε ιδρύσει ο πρόεδρος Νικούσορ Νταν και τη Δημοκρατική Συμμαχία των Μαγυάρων (UDMR) που εκπροσωπεί την ουγγρική μειονότητα.
Μετά από εκείνη τη συμφωνία, πρωθυπουργός ανέλαβε ο προερχόμενος από τους Φιλελεύθερους Ιλιε Μπολόγιαν, που έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης. Μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου 2025, η κυβέρνηση είχε αντιμετωπίσει έξι προτάσεις μομφής σε έξι μήνες!
Αυτό είχε αποτέλεσμα να μην ψηφιστεί προϋπολογισμός και η συζήτηση είχε αναβληθεί για το 2026. Ωστόσο, στις 20 Απριλίου 2026 οι Σοσιαλιστές του Σορίν Γκριντεάνου αποχώρησαν από την κυβέρνηση και στις 27 Απριλίου συνεργάστηκαν με το ακροδεξιό κόμμα AUR του Γκέοργκ Σιμιόν, υποβάλλοντας από κοινού πρόταση μομφής.
Στις 5 Μαΐου, η πρόταση μομφής έγινε δεκτή, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να χάσει τη δεδηλωμένη και να πέσει. Ετσι, ο Ιλιε Μπολόγιαν έγινε ο έβδομος από το 2009 Ρουμάνος πρωθυπουργός του οποίου η κυβέρνηση έπεσε μετά από πρόταση μομφής.
Όλοι εναντίον όλων
Το δίλημμα που είχε τεθεί εκείνη την ημέρα ήταν ξεκάθαρο και αυτονόητο: Αυτοί που έριξαν την κυβέρνηση είχαν κάποιο σχέδιο για το πώς θα μπορούσε να κυβερνηθεί η Ρουμανία την επόμενη μέρα; Οσα ακολούθησαν απέδειξαν ότι τέτοιο σχέδιο δεν υπήρχε.
Ηταν άλλωστε ξεκάθαρο:
-Ο πρόεδρος Νικούσορ Νταν επιθυμεί μια φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση και απορρίπτει κυβέρνηση με τη συμμετοχή της Ακροδεξιάς.
-Ο υπηρεσιακός πλέον πρωθυπουργός Μπολόγιαν και το κόμμα του πέρασαν στην αντιπολίτευση, καλώντας αυτούς που προκάλεσαν την κρίση να βρουν πώς θα κυβερνηθεί η χώρα.
-Οι Σοσιαλδημοκράτες θα επιθυμούσαν μια κυβέρνηση μειοψηφίας με το ουγγρικό κόμμα – το οποίο το 2021 είχε ρίξει την τετρακομματική κυβέρνηση όταν αποχώρησε.
-Το ουγγρικό κόμμα δεν θέλει πρωθυπουργό ούτε από τους Φιλελεύθερους ούτε από τους Σοσιαλδημοκράτες.
-Η Ακροδεξιά θέλει πρωθυπουργό από το κόμμα της, αποκλείοντας πρωθυπουργό προερχόμενο από τους Σοσιαλιστές, αν και μαζί τους έριξε την κυβέρνηση.
-Ο πρόεδρος του USR (Ενωση Σώστε τη Ρουμανία), Ντόμινικ Φριτς, ανακοίνωσε ότι το κόμμα του δεν θα διαπραγματευτεί νέα κυβέρνηση με τους Σοσιαλδημοκράτες, κατηγορώντας τους ότι με την Ακροδεξιά τους ενώνει η επιδίωξη να μην εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις.
Κυβερνήσεις 45 ημερών!
Προς το παρόν –και με βάση το σύνταγμα– ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός πρέπει να παρουσιάζει κάθε 45 μέρες στο Κοινοβούλιο μια νέα κυβέρνηση και να ζητά ψήφο εμπιστοσύνης, διορίζοντας κάθε φορά μια… άλλη κυβέρνηση!
Αυτό σημαίνει πως θα φτάσουν ως τις εκλογές με ανασχηματισμούς ανά 45 ημέρες.
Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ακόμη πιο χαώδη κατάσταση – κάτι που οδήγησε τους Φιλελεύθερους του Μπολόγιαν και του κόμματος Ενωση Σώστε τη Ρουμανία του Ντομινίκ Φριτς να υπογράψουν ένα κοινό μήνυμα προς τον ρουμανικό λαό, καταγγέλλοντας την καταστροφική στάση των Σοσιαλιστών και ανακοινώνοντας την πρόθεσή τους να συνεργαστούν, συντονίζοντας τα επόμενα βήματά τους «απέναντι σε αυτήν την τεχνητά προκληθείσα κρίση».
Παρ’ όλα αυτά, το αδιέξοδο συνεχίστηκε. Ο πρόεδρος Νταν ξεκαθάρισε πως η Ρουμανία έπρεπε να αποκτήσει κυβέρνηση, έστω και κυβέρνηση μειοψηφίας, αφού όμως εξασφαλιζόταν μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα τη στήριζε ως τις 30 Ιουνίου.
Από αδιέξοδο σε αδιέξοδο
Στις 25 Ιουνίου, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των τεσσάρων κομμάτων του απερχόμενου κυβερνητικού συνασπισμού κατέληξαν σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα η 30ή Ιουνίου να περάσει άπρακτη.
Η πρόταση των Φιλελευθέρων και του κόμματος των Μαγυάρων ήταν να υπάρξει μια συμφωνία περιορισμένης διάρκειας έξι μηνών υπό τον ηγέτη των Σοσιαλιστών Σορίν Γκριντεάνου, με τα κόμματα να δεσμεύονται στα μεγάλα θέματα της χώρας, καθώς και ότι δεν θα καταθέσουν πρόταση μομφής σε μια πιθανή κυβέρνηση μειοψηφίας.
Το κόμμα Ενωση Σώστε τη Ρουμανία (USR) αρνήθηκε μια κυβέρνηση υπό τους Σοσιαλιστές (που έριξαν την προηγούμενη) και αντ’ αυτού πρότειναν –για την ίδια εξάμηνη περίοδο– μια… κυβερνητική επιτροπή από τους Φιλελεύθερους, το USR και τους Μαγυάρους, που θα παρέδιδε σε κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών για άλλους έξι μήνες!
Ωστόσο και ο ίδιος ο πρόεδρος και ιδρυτής του USR ξεκαθάρισε ότι δεν συμφωνεί με την εξάμηνη εναλλαγή στο τιμόνι της εξουσίας δύο κυβερνήσεων μειοψηφίας.
Οπως είπε, η Ρουμανία χρειάζεται επειγόντως πολιτική σταθερότητα και μια λειτουργική κυβέρνηση. «Περιμένω τα κόμματα να έλθουν σε μένα έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη από την πλειοψηφία του Κοινοβουλίου», είπε.
Επ’ αυτού, ο πρώην πρόεδρος Μπασέσκου δήλωσε πως υπεύθυνος να εξασφαλίσει την υποστήριξη της κυβέρνησής του από το Κοινοβούλιο είναι ο πρωθυπουργός που θα λάβει την εντολή. Αλλά αυτό θα σήμαινε πως –χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία– η μία κυβέρνηση θα έπεφτε μετά την άλλη.
Αλλωστε, αυτό έχει ήδη συμβεί, καθώς ο Ρουμάνος πρόεδρος ανέθεσε την εντολή σε δύο πρόσωπα, πρώτα στον ευρωβουλευτή Ευγένιο Τόματς και μετά στον προερχόμενο από τους Φιλελεύθερους Αντριαν Βεστέα, αλλά αμέσως τα κόμματα ξεκαθάρισαν ότι δεν θα τους ψήφιζαν, με αποτέλεσμα ο Τόματς να καταθέσει την εντολή, ενώ ο Βεστέα δεν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, στην ψηφοφορία της 23ης Ιουνίου.
Την ίδια ώρα η προθεσμία για να λάβει η Ρουμανία τα ευρωπαϊκά κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης είναι η 31η Αυγούστου.
Καταστροφή για ένα γινάτι
Πολλοί είναι τώρα στη χώρα που υποστηρίζουν ότι η Ρουμανία κινδυνεύει να καταστραφεί για ένα γινάτι. Οπως σημειώνουν, από το γινάτι του κατά του Μπολόγιαν ο Σοσιαλιστής Γκριντεάνου έριξε την κυβέρνηση στην οποία συμμετείχε, γεγονός που προκάλεσε το… επόμενο γινάτι, αυτό του Μπολόγιαν, που αρνείται να βρεθεί μαζί του στην επόμενη κυβέρνηση.
Αλλά και το USR γύρισε την πλάτη του στον πρόεδρο (και ιδρυτή του κόμματος), δηλώνοντας πως δεν συμφωνεί σε μια κυβέρνηση υπό τους Σοσιαλιστές, καθώς πιστεύουν πως κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε απώλεια ψήφων προς τους Φιλελευθέρους – οι οποίοι επίσης δεν συμφωνούν ούτε σε νέα συνεργασία με τους Σοσιαλιστές, αλλά ούτε και με τον προερχόμενο από τον χώρο τους Βεστέα, καθώς, όπως είπε ο Μπολόγιαν, αποδέχθηκε την προεδρική πρόταση χωρίς προηγουμένως να έχει διαβουλευθεί με το κόμμα του.
Η περίπτωση της τεχνοκρατικής κυβέρνησης έχει επίσης απορριφθεί, αφού όλοι θυμούνται την κυβέρνηση Τσιόλος και το γεγονός ότι δύο μήνες μετά την ορκωμοσία της οι Σοσιαλιστές και πάλι απέσυραν την εμπιστοσύνη τους – με κέρδη στις εκλογές που ακολούθησαν.
Ο δρόμος προς το χάος
Ο πρόεδρος του USR είπε το αυτονόητο: «Σε μια τεχνοκρατική κυβέρνηση, κανείς δεν θα ξέρει ποιος δίνει την εντολή και ποιος πληρώνει. Μια τέτοια κυβέρνηση θα ήταν δυσλειτουργική για έναν απλό λόγο: Αν κανείς δεν είναι πραγματικά υπεύθυνος για τις αποφάσεις, όχι μόνο δεν θα τερματιστεί η κρίση, αλλά και θα επιδεινωθεί το χάος».
Στη Ρουμανία, εδώ και χρόνια, οι κυβερνήσεις πέφτουν επειδή στις εκλογές δεν επιτυγχάνεται η αυτοδυναμία από κανένα κόμμα και μετά αρχίζουν τα παζάρια. Κι όταν τα παζάρια δεν ευδοκιμούν, τότε ο κάθε φορά δυσαρεστημένος (συνήθως οι Σοσιαλιστές) αποσύρει την εμπιστοσύνη του και ξεκινά η επόμενη κρίση. Οι υπεύθυνοι πολίτες αυτής της χώρας γνωρίζουν ότι η Ελλάδα δεν έχει περιθώρια για τέτοιες «πολυτέλειες»…