Στις 26 Σεπτεμβρίου 1989, η Ελλάδα θρήνησε έναν από τους πιο φωτεινούς πολιτικούς της, τον Παύλο Μπακογιάννη, βουλευτή Ευρυτανίας με τη Νέα Δημοκρατία.
Ήταν Τρίτη, 7:58 το πρωί, όταν τρεις ένοπλοι της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη» στάθηκαν στην είσοδο του γραφείου του στην οδό Ομήρου στο Κολωνάκι και τον πυροβόλησαν με δύο 45άρια πιστόλια. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στον Ευαγγελισμό, όπου εξέπνευσε μία ώρα αργότερα, σε ηλικία 54 ετών. Η δολοφονία του συγκλόνισε την πολιτική σκηνή και την ελληνική κοινωνία, καθώς συνέπεσε με μια κρίσιμη περίοδο διαφάνειας και πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από το σκάνδαλο Κοσκωτά.
Ο Παύλος Μπακογιάννης, γιος του παπα-Κώστα και της Ειρήνης, γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1935 στο χωριό Βελωτά της Ευρυτανίας. Σπούδασε Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου απέκτησε πτυχίο Πολιτικής Οικονομίας και Πολιτικών Επιστημών και Διδακτορικό στις Κοινωνικές Επιστήμες στα Πανεπιστήμια Μονάχου, Τύμπινγκεν και Κωνσταντίας.
Στο Μόναχο δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία, ενώ διηύθυνε για περίπου δέκα χρόνια το ελληνόφωνο πρόγραμμα της ραδιοφωνίας της Βαυαρίας. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα, η αντιδικτατορική του δράση μέσω εκπομπών, ειδήσεων και σχολίων ήταν έντονη, μεταδίδοντας ελπίδα και ενημέρωση σε μια περίοδο βίας και καταπίεσης.
Επιστροφή στην Ελλάδα
Το 1974 γνώρισε την Ντόρα Μητσοτάκη, την οποία παντρεύτηκε, και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, την Αλεξία και τον Κώστα. Μετά την πτώση της χούντας, επέστρεψαν στην Ελλάδα και ο Παύλος Μπακογιάννης εργάστηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», ενώ αργότερα ανέλαβε εκδότης-διευθυντής του περιοδικού «Ένα».
Από το 1985 έως το 1989 υπηρέτησε ως πολιτικός σύμβουλος του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση της στρατηγικής της κυβέρνησης Τζαννετάκη και στην ανάπτυξη της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη ήταν το 39ο χτύπημα της «17 Νοέμβρη», η οποία μέχρι τότε είχε διαπράξει ληστείες, βομβιστικές επιθέσεις και δολοφονίες, χωρίς ποτέ να στοχεύσει απευθείας πολιτικό πρόσωπο. Στην προκήρυξή τους με τίτλο «Άρχισε η κάθαρση», οι τρομοκράτες κατηγόρησαν τον Π. Μπακογιάννη για οικονομικά σκάνδαλα που σχετίζονταν με τον Γιώργο Κοσκωτά και κατονόμασαν ως συνυπεύθυνους πολιτικά πρόσωπα της Νέας Δημοκρατίας και του Συνασπισμού.
Οι δράστες, όπως αποκαλύφθηκε από τις δίκες και τις ομολογίες τους, ήταν οι Δημήτρης Κουφοντίνας, Σάββας Ξηρός και Ηρακλής Κωστάρης, ενώ συμμετείχαν επίσης οι Αλέξανδρος Γιωτόπουλος και Βασίλης Τζωρτζάτος. Ο Κουφοντίνας φέρεται να έδωσε τη χαριστική βολή στον βουλευτή, ολοκληρώνοντας μια πράξη που συγκλόνισε τη χώρα.
Η κοινωνία αντέδρασε με οργή και θλίψη. Η κηδεία του έγινε στο Καρπενήσι στις 29 Σεπτεμβρίου 1989, παρουσία πλήθους κόσμου που φώναζε συνθήματα κατά της τρομοκρατίας.
Η πολιτική πορεία του Μπακογιάννη χαρακτηριζόταν από τη φιλοσοφία της συναίνεσης και της εθνικής συμφιλίωσης. Υπήρξε πρωτοπόρος στην πρόταση για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση, την ημέρα που δολοφονήθηκε, ενέκρινε τη χρηματοδότηση του προγράμματος για την ανάπτυξη της Ευρυτανίας, που ο ίδιος είχε καταρτίσει, γεγονός που προσέδωσε τραγική ειρωνεία στη συγκυρία, καθώς την ημέρα που έφυγε από τη ζωή καρποφορούσε η προσπάθειά του για την ανάπτυξη της πατρίδας του.
Η ειρηνική του στάση, η αφοσίωση στη Δημοκρατία και η ενεργή συμμετοχή του στην ελληνική πολιτική ζωή τον καθιστούν πρότυπο πολιτικού που θυσιάστηκε για τις αξίες που υπερασπιζόταν.
Μέχρι και σήμερα, η μνήμη του Παύλου Μπακογιάννη παραμένει ζωντανή και ο ίδιος θεωρείται ένας μάρτυρας της Δημοκρατίας. Η ζωή και η θυσία του θυμίζουν τον αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία και η ιστορία του αποτελεί ένα διαρκές μάθημα για τη σημασία της ακεραιότητας και της προσήλωσης στις δημοκρατικές αξίες.


