Στις 3 Δεκεμβρίου 2025, ένας 18χρονος φοιτητής Οικονομικών δολοφονήθηκε στο Σαουθάμπτον της Αγγλίας.
Ο 23χρονος Βίκρουμ Ντίγκβα τον μαχαίρωσε πέντε φορές με ένα τελετουργικό μαχαίρι κιπράν μήκους 21 εκατοστών, ύστερα από μια σύντομη διαμάχη. Ο Νόβακ πέθανε από εσωτερική αιμορραγία. Το εξοργιστικό είναι πως οι αστυνομικοί που έφτασαν στο σημείο, αντί να του παράσχουν άμεση βοήθεια, τον χειροπέδησαν. Ο δράστης ισχυρίστηκε ψευδώς ότι ο Νόβακ τον είχε ρατσιστικά προσβάλει, και οι αστυνομικοί προτίμησαν να πιστέψουν αυτόν και όχι τον Νόβακ που τους έλεγε πως έχει μαχαιρωθεί.
Στα βίντεο από τις κάμερες που δόθηκαν στη δημοσιότητα, το θύμα φωνάζει επανειλημμένα «με μαχαίρωσαν» και «δεν μπορώ να αναπνεύσω», ενώ ένας αστυνομικός απαντάει «δεν νομίζω ότι σε μαχαίρωσαν, φίλε». Μόνο όταν έχασε τις αισθήσεις του, του έβγαλαν τις χειροπέδες και προσπάθησαν να τον επαναφέρουν. Τελικά, ο Ντίγκβα καταδικάστηκε σε ισόβια με ελάχιστη κάθειρξη 21 ετών. Η οικογένεια του θύματος μίλησε για «απάνθρωπη και ταπεινωτική» μεταχείριση, ενώ η αστυνομία του Χάμσαϊρ ζήτησε συγγνώμη και παρέπεμψε την υπόθεση στην ανεξάρτητη Αρχή Δεοντολογίας της Αστυνομίας (IOPC).
Η αντίδραση της κυβέρνησης και της αστυνομίας ήταν αρχικά επιφυλακτική. Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι «ένιωσε άρρωστος» βλέποντας το υλικό, ενώ η υπουργός Εσωτερικών καταδίκασε τη βία σε διαδηλώσεις. Ωστόσο, η αρχική προτεραιότητα στην καταγγελία «ρατσισμού» από τον δράστη, ακόμα και εις βάρος ενός ετοιμοθάνατου, πυροδότησε κατηγορίες για διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με την εθνότητα. Οι λευκοί Βρετανοί νιώθουν πως αντιμετωπίζονται ως δεύτερης κατηγορίας πολίτες μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Μετά τις αντιδράσεις, η Εθνική Συμβουλευτική Αστυνομικών Αρχηγών ανακοίνωσε επανεξέταση των οδηγιών κατά του ρατσισμού.
Η διαφορά με το παρόμοιο περιστατικό με τον Τζορτζ Φλόιντ είναι χαρακτηριστική. Το 2020, ο Φλόιντ πέθανε υπό τα χέρια αστυνομικών στις ΗΠΑ, προκαλώντας παγκόσμια διαμαρτυρίες Black Lives Matter, διαδηλώσεις, και συμβολικές χειρονομίες όπως το «taking the knee» από πολιτικούς, συμπεριλαμβανομένου του τότε ηγέτη της αντιπολίτευσης και νυν πρωθυπουργού του ΗΒ, Στάρμερ. Εδώ, ένας λευκός νέος πέθανε ενώ η αστυνομία φάνηκε να προτεραιοποιεί μια καταγγελία ρατσισμού από ό,τι τη ζωή του θύματος.
Τέτοια περιστατικά, σε συνδυασμό με την αντίδραση (ή την έλλειψή της) της κυβέρνησης και της αστυνομίας, εντείνουν την απογοήτευση του κόσμου απέναντι στο σύστημα. Δημιουργούν την εντύπωση ενός κράτους που φοβάται περισσότερο να κατηγορηθεί για ρατσισμό παρά να σώσει μια ζωή, ενισχύοντας την καχυποψία, τις διαδηλώσεις και την πόλωση. Οδηγούν σε αμφισβήτηση της ισότητας ενώπιον του νόμου, τροφοδοτώντας λαϊκές αντιδράσεις και κινήματα που ζητούν διαφάνεια και αποκατάσταση εμπιστοσύνης.