Μετά το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού , προχθές είχαμε τα αποκαλυπτήρια του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έκανε το rebranding και τη μετακίνηση προς το Κέντρο που είχε ως στόχο αρχικά. Βλέποντας πως αυτό δεν του έβγαινε, αποφάσισε να ηγεμονεύσει στον χώρο της Αριστεράς. Όχι όμως της διεθνιστικής Αριστεράς τού «έχει σύνορα η θάλασσα;», αλλά μιας πολύ πιο συμβατής με τις μετατοπίσεις των ψηφοφόρων. Από άποψη εικόνας και «πακέτου», η νέα Αριστερά του κυρίου Τσίπρα φαίνεται πολύ πιο ελκυστική απ’ ό,τι η παλιά, που έμοιαζε να είναι δεκαετίες πίσω επικοινωνιακά.
Η στρατηγική Τσίπρα είναι δύο γύρων. Στην πρώτη φάση δεν έχει σκοπό να ανταγωνιστεί με το κυβερνών κόμμα. Θέλει να πάρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι από αυτό που άφησε όταν έφυγε το 2023. Εάν το πετύχει, θα καταφέρει να βρεθεί στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το καλύτερο σενάριο για εκείνον θα είναι να μη λάβει αυτοδυναμία η Νέα Δημοκρατία, ώστε να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το κόμμα του κυρίου Ανδρουλάκη είναι εξαιρετικά πιθανό να έχει εκροές και προς τις δύο κατευθύνσεις. Αυτό θα οδηγήσει τον Αλέξη Τσίπρα να είναι η μόνη εξ αριστερών αντιπολιτευτική φωνή και άρα η μοναδική εναλλακτική με αριστερό πρόσημο.
Το ζήτημα είναι πως η στρατηγική για ηγεμονία στην Αριστερά, δύσκολα μπορεί να οδηγήσει υπό σχετικά ομαλές συνθήκες σε ποσοστά που πλησιάζουν το 30%. Η ύπαρξη της λέξης «Αριστερά» στο ευρηματικό όνομα συσπειρώνει αλλά και ταυτόχρονα απωθεί, ειδικά ψηφοφόρους που είναι απαραίτητοι για να φτάσει σε κυβερνητικά ποσοστά.
Είτε ποντάρει πως η δυσαρέσκεια θα είναι τόσο μεγάλη που οι ψηφοφόροι θα υπερπηδήσουν αυτό το «εμπόδιο» είτε προσβλέπει σε δημιουργία τριπόλου, με ένα κόμμα στα αριστερά, ένα που θα καλύπτει από Κεντροαριστερά μέχρι Κεντροδεξιά και ένα κόμμα που θα συμμαζέψει όσους βρίσκονται δεξιά της ΝΔ. Όπως και να ’χει, το σίγουρο είναι πως τα νερά της εκλογικής λίμνης έχουν πάψει να είναι ήρεμα.