ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ επενδύουν τις εκλογικές προσδοκίες τους στην καταστροφολογία.

Αν κανείς παρακολουθήσει όσα υποστηρίζουν τα στελέχη της αντιπολίτευσης στα… αυγουστιάτικα πάνελ, μάλλον θα πιστέψει ότι το ημερολόγιο γύρισε κάπου στο 2010. Η χώρα βρίσκεται ξανά στα πρόθυρα της καταστροφής, η κοινωνία βουλιάζει στην «ανέχεια», τα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο, οι θεσμοί καταρρέουν και πίσω από κάθε υπόθεση κρύβεται ένα «καθεστώς» που πρέπει να πέσει.

Λείπουν προς το παρόν οι πλατείες, οι κρεμάλες και το γνωστό σύνθημα «να καεί, να καεί…», αλλά η τοξικότητα και η πολιτική μιζέρια παραμένουν και, δυστυχώς, βρίσκουν ακόμα ευήκοα ώτα. Ομως, οι γνωστοί-άγνωστοι που επενδύουν στον λαϊκισμό περιμένουν στη γωνία οποιαδήποτε ευκαιρία για να διανθίσουν το αφήγημά τους και να επιστρέψουν στο πολιτικό προσκήνιο.

Τα πρόσωπα, σε ορισμένες περιπτώσεις διαφορετικά, το… ποίημα ίδιο. Μάλιστα, η παλαιάς κοπής συνταγή θυμίζει όλο και περισσότερο εκείνη της προηγούμενης δεκαπενταετίας, η οποία έφερε τη χώρα στην καταστροφή, για να έρθουν αργότερα αυτόκλητοι μεσσίες που επιχείρησαν να ελέγξουν τους «κρίσιμους αρμούς της εξουσίας». Εις μάτην.

Το rebranding του Αλέξη Τσίπρα βρίσκεται αυτήν τη στιγμή σε πλήρη εξέλιξη, με την ΕΛΑΣ να απολαμβάνει δημοσιότητα που δεν θα περίμενε κανείς από εξωκοινοβουλευτικό κόμμα. Αυτό, βέβαια, όπως τονίζουν έμπειρα στελέχη, ενέχει για τον ίδιο έναν σοβαρό κίνδυνο: να γίνει αντιληπτό εξαρχής ότι ο κ. Τσίπρας άλλαξε τα ρούχα του και τα έβαλε αλλιώς.

Στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη γνωρίζουν τη συγκεκριμένη συνταγή καλύτερα από όλους. Αλλωστε, πάνω σε αυτήν οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό η εκλογική εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ.

Η κοινωνική αγανάκτηση μετατράπηκε τότε σε πολιτικό καύσιμο, οι εύκολες λύσεις –θα «σκίσουμε τα μνημόνια με έναν νόμο κι ένα άρθρο», το περιβόητο πρόγραμμα Θεσσαλονίκης– έγιναν κυβερνητικό πρόγραμμα και η υπόσχεση ότι όλα μπορούν να αλλάξουν περίπου από τη μια ημέρα στην άλλη οδήγησε τελικά στη σύγκρουση με την πραγματικότητα.

Ο λύκος κι αν εγέρασε…

Μολονότι, λοιπόν, πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε και κυρίως –όπως ισχυρίζεται– ο κ. Τσίπρας ο ίδιος ωρίμασε, επανέρχονται στον δημόσιο λόγο έννοιες και διαχωριστικές γραμμές που παραπέμπουν ευθέως στις ημέρες της μεγάλης αντιμνημονιακής σύγκρουσης. Παράλληλα, επιχειρεί να εμφανιστεί ως η απάντηση σε ένα πολιτικό σύστημα το οποίο υπηρέτησε από τη θέση του πρωθυπουργού επί σχεδόν πέντε χρόνια.

Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και τα νέα στελέχη του κόμματός του, μερικά εκ των οποίων, όπως σχολιάζουν αρκετοί, κομπάζουν με αλαζονεία, μάλιστα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα δημοσιότητας. Τα δε επιχειρήματά τους θυμίζουν έντονα τις εποχές που ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρούσε να παρουσιάσει μια διαφορετική εικόνα της κοινωνίας και τελικά το «πλήρωσε» στην κάλπη.

Την ίδια στιγμή, ο Νίκος Ανδρουλάκης επενδύει σε μια εικόνα γενικευμένης κυβερνητικής φθοράς και επιχειρεί να συγκεντρώσει κάτω από την ίδια ομπρέλα κάθε υπόθεση που μπορεί να τροφοδοτήσει την κατηγορία περί παρακμής. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι το τελευταίο πεδίο αυτής της στρατηγικής, με τη συζήτηση να φτάνει μέχρι την περίφημη «κυβερνητική πλειοψηφία υποδίκων».

Ο ίδιος προφανώς αντιμετωπίζει τα δικά του εσωτερικά προβλήματα, τα οποία θέλει να κρύψει με επιθέσεις και τοξικότητα προς την κυβέρνηση. Παράλληλα, βλέπει τον Αλέξη Τσίπρα να επιχειρεί να εισχωρήσει στον ίδιο πολιτικό χώρο και στελέχη του ΠΑΣΟΚ να ανοίγουν ήδη τη συζήτηση περί συνεργασιών. Ετσι, όσο στενεύουν τα περιθώρια στο εσωτερικό και οι δημοσκοπήσεις δεν βοηθούν, τόσο η ένταση της αντιπολιτευτικής ρητορικής ανεβαίνει, σε μια προσπάθεια συσπείρωσης του ακροατηρίου.

Σε κάθε περίπτωση, το έργο στην Ελλάδα έχει… ξαναπαιχτεί. Κι για ορισμένους το παράδοξο είναι ότι εκείνοι που το έζησαν, το υπηρέτησαν ή είδαν από κοντά τις συνέπειές του μοιάζουν σήμερα αποφασισμένοι να το ξαναπαίξουν, θεωρώντας ότι αυτήν τη φορά θα έχουν μεγαλύτερη επιτυχία.

Μακάριοι τω πνεύματι, λοιπόν, οι λαϊκιστές της τοξικής αντιπολίτευσης. Τον λαϊκισμό τον δοκίμασαν, τον είδαν να ηττάται και τώρα επιστρέφουν σε αυτόν με φόρα. Κι αυτό διότι, όταν οι δύσκολες απαντήσεις δεν φέρνουν γρήγορα δημοσκοπικά αποτελέσματα, τότε οι εύκολες κουβέντες, σε συνδυασμό με την τοξικότητα που τροφοδοτεί την οργή και τον διχασμό, παραμένουν πάντοτε ένας μεγάλος πολιτικός πειρασμός.