Με δεδομένο πλέον ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν το 2027, τα κόμματα ανασυντάσσονται και επιχειρούν να κερδίσουν τον χρόνο που έχουν μπροστά τους.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν δυνάμεις –πλειοψηφικές εντός αντιπολίτευσης– οι οποίες αντί να επεξεργαστούν και να παρουσιάσουν τις προγραμματικές θέσεις τους καταφεύγουν στη γνωστή τακτική τους: να κατηγορούν ακόμη και για το… προπατορικό αμάρτημα τον Κυριάκο Μητσοτάκη και να εγκαλούν τη ΝΔ επί παντός επιστητού.
Μόνο που οι πολίτες που αναμένουν λύσεις στα προβλήματά τους, έχουν βαρεθεί τον αρνητικό και τοξικό πολιτικό λόγο και τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογικών αναμετρήσεων αποδεικνύουν ότι η λογική της «ψήφου διαμαρτυρίας» έχει περάσει για τα καλά στο παρελθόν. Και τούτο διότι οι πολίτες έχουν αποδείξει στην πράξη ότι επιλέγουν ένα κόμμα με βάση τον ηγέτη του και τα πρόσωπα που τον πλαισιώνουν και με καθαρά διαχειριστική λογική.
Κολλημένα στο χθες
Με άλλα λόγια, όσα κόμματα υιοθετούν αυτήν την τακτική παραμένουν κολλημένα στο παρελθόν, επιχειρούν να πολιτευτούν με όρους άλλων δεκαετιών, αλλά όταν στέκονται μπροστά στον καθρέφτη μετά τα εκλογικά αποτελέσματα ανά χείρας, αποφεύγουν την αυτοκριτική. Ακόμη και τότε αιτία των δεινών τους δεν είναι άλλος από τον… Μητσοτάκη και τη ΝΔ, καταφεύγοντας σε ένα καθαρά ετερόκλητο αντι-μητσοτακικό μέτωπο, χωρίς πολιτικό χρώμα ή συγκεκριμένη κατεύθυνση, και μόνο κοινό στοιχείο την αντίθεση στην κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το δίλημμα της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης είναι ξεκάθαρο: θα προχωρήσουμε στην Ελλάδα του 2030 ή θα επιστρέψουμε στις διχαστικές λογικές του 2015 που έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού; Και το δίλημμα αυτό δεν χρειάζεται καν να τεθεί από τον ίδιο τον Κ. Μητσοτάκη και τη ΝΔ, καθώς αναδεικνύεται από μόνο του με βάση τις εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό.
Το ΠΑΣΟΚ π.χ. παραμένει κολλημένο σε ξεπερασμένες εποχές και ο πολιτικός λόγος του αδυνατεί να συγκινήσει το εκλογικό σώμα, ενώ η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα που πλασάρεται ως κάτι νέο δεν έχει τίποτε καινούργιο να παρουσιάσει, αφού το λεγόμενο rebranding δεν είναι τίποτε άλλο από μια… τρύπα στο νερό.
Λέει ότι… έμαθε
Ο ίδιος ο Τσίπρας άλλωστε επιχειρεί να πολιτευτεί με όρους παρελθόντος και αποφεύγει να παρουσιάσει σαφείς θέσεις που απαντούν στις προκλήσεις της εποχής και στις ανάγκες της χώρας για το αύριο. Λέει, για παράδειγμα, ότι ήταν τάχα άπειρος στην προηγούμενη περίοδο της διακυβέρνησής του και ότι γι’ αυτό αξίζει τώρα μια ακόμα ευκαιρία προκειμένου να κυβερνήσει και να μην κάνει τα λάθη που έκανε. Ποια είναι όμως αυτά τα λάθη; Ακόμη και εκείνος αποφεύγει να τα αναφέρει, ενώ δεν μπορεί να πείσει την κοινή γνώμη ότι δεν θα τα επαναλάβει. Η κριτική του ωστόσο για τα όσα κάνει ή δεν κάνει ο Μητσοτάκης είναι και θα πρέπει να θεωρείται για το ακροατήριό του δεδομένη. Δίχως καν να παράγεται πολιτική, παρά μόνο με λεκτικά πυροτεχνήματα και εύκολα λόγια.