Η αντανακλαστική αντίδραση της κοινής γνώμης με τη φράση «αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται» έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα.
Η ελληνική κοινωνία είναι εγκλωβισμένη σε έναν ιδιότυπο, αυτοκαταστροφικό εθισμό: την ακλόνητη πεποίθηση ότι η χώρα αποτελεί παγκόσμια εξαίρεση. Από ένα τραγικό δυστύχημα και μια φονική φυσική καταστροφή μέχρι ένα πολιτικό σκάνδαλο ή μια δυσλειτουργία του κρατικού μηχανισμού, η αντανακλαστική αντίδραση της κοινής γνώμης είναι σχεδόν πάντα η ίδια, συμπυκνωμένη σε ένα ισοπεδωτικό εθνικό αφήγημα: «Αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται».
Αυτή η φράση, που επαναλαμβάνεται μονότονα στα τηλεοπτικά πάνελ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν αποτελεί πλέον απλή εκδήλωση υγιούς αντίδρασης. Εξελίχθηκε σε σύμπτωμα μιας βαθύτερης συλλογικής ασθένειας, μιας τυφλής αντισυστημικότητας που λειτουργεί ως κυρίαρχη ιδεολογία και ως εργαλείο απόλυτου μηδενισμού.
Τα προβλήματα δεν έχουν εθνικότητα
Η πραγματικότητα, ωστόσο, διαψεύδει συστηματικά τη μοιρολατρία. Οι δομικές αποτυχίες, τα τραγικά λάθη των υποδομών και οι πολιτικές κρίσεις δεν διαθέτουν εθνικότητα ούτε σταματούν στα ελληνικά σύνορα.
Η Ευρώπη, την οποία συχνά εξιδανικεύουμε, έρχεται αντιμέτωπη με τα ίδια ακριβώς φαινόμενα. Στον τομέα των μεταφορών και των υποδομών, το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα της Ισπανίας συνέβη σε μια χώρα με εξαιρετικά ανεπτυγμένο δίκτυο. Η πολυετής δικαστική έρευνα που ακολούθησε και οι καταδίκες στελεχών ασφαλείας απέδειξαν περίτρανα ότι τα εγκληματικά συστημικά κενά και οι ανθρώπινες παραλείψεις πλήττουν ακόμη και τα πιο σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη.
Αντίστοιχα, οι υποκλοπές πολιτικών και οι παρακολουθήσεις μέσω του λογισμικού Pegasus, που κλόνισαν τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία, επιβεβαιώνουν ότι οι θεσμικές εκτροπές στα θέματα ασφαλείας δεν αποτελούν αποκλειστικό «προνόμιο» της Ελλάδας.
Τα επίσημα δεδομένα
Ακόμη και τα επίσημα δεδομένα των διεθνών οργανισμών καταρρίπτουν τον μύθο της απόλυτης εγχώριας σήψης. Σύμφωνα με τον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 56η θέση παγκοσμίως, ανάμεσα σε 182 χώρες. Η χώρα συγκεντρώνει 50 βαθμούς με άριστα το 100, ξεπερνώντας τον παγκόσμιο μέσο όρο. Προφανώς, η επίδοση αυτή θα μπορούσε να είναι καλύτερη για τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά θα μπορούσε και να είναι χειρότερη.
Απέχει, όμως, έτη φωτός από το αφήγημα του πλήρως «αποτυχημένου κράτους» ή μιας τριτοκοσμικής αποικίας, όπως την παρουσιάζουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Γιατί, λοιπόν, η ελληνική κοινωνία αρνείται πεισματικά να αντικρίσει τη διεθνή πραγματικότητα και επιμένει στην «αρνητική της αποκλειστικότητα»; Η απάντηση κρύβεται στην ψυχολογική και κοινωνική λειτουργία αυτού του μύθου, η οποία εδράζεται στο βαθιά ριζωμένο «σύνδρομο του περιούσιου αλλά αδικημένου λαού».
Ιστορικά, η νεοελληνική ταυτότητα ακροβατεί ανάμεσα σε δύο άκρα: την υπέρμετρη υπερηφάνεια για το ένδοξο παρελθόν και ένα βαθύ σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στη σύγχρονη Δύση. Οταν η σκληρή πραγματικότητα διαψεύδει τις υψηλές προσδοκίες που έχουμε για τον εαυτό μας, η ψυχολογική άμυνα της κοινωνίας ενεργοποιεί τον μηχανισμό της προβολής και της εξωτερίκευσης της ενοχής. Αντί να αναγνωρίσουμε τις δικές μας ευθύνες ως πολίτες, μεταθέτουμε όλο το βάρος σε έναν απρόσωπο εχθρό: το «σύστημα», το «κράτος» ή τις «ξένες δυνάμεις».
Αυτός ο απόλυτος μηδενισμός λειτουργεί ως εξαιρετικά ναρκισσιστικός μηχανισμός. Το να δηλώνουμε ότι είμαστε «οι χειρότεροι στον κόσμο» αποτελεί μια διαστρεβλωμένη μορφή εγωκεντρισμού, καθώς ακόμη και στην αποτυχία μας θέλουμε να είμαστε μοναδικοί. Παράλληλα, η ισοπέδωση προσφέρει ένα βολικό συναισθηματικό καταφύγιο. Αν το σύστημα είναι εξ ορισμού ολοκληρωτικά σάπιο, ανίατο και καταδικασμένο, τότε ο πολίτης απαλλάσσεται αυτόματα από το βάρος της προσωπικής ευθύνης, της συμμετοχής και της προσπάθειας για αλλαγή.
Η αντισυστημικότητα μετατρέπεται έτσι στο τέλειο άλλοθι για την ιδιώτευση και την παθητικότητα. Νομιμοποιεί τελικά και τη δική μας, μικρή ή μεγάλη, καθημερινή παραβατικότητα –τη φοροδιαφυγή, το ρουσφέτι και την ασέβεια στον δημόσιο χώρο– με το πρόσχημα: «Αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται, οπότε γιατί να είμαι εγώ το κορόιδο;».
Ο ρόλος των μέσων
Σε αυτήν την ψυχολογική παγίδα, τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούν ως απόλυτοι επιταχυντές. Οι αλγόριθμοι των social media προωθούν συστηματικά τις πιο ακραίες και ισοπεδωτικές απόψεις, καθώς αυτές παράγουν τοξικότητα.
Ταυτόχρονα, τα παραδοσιακά ΜΜΕ, όχι αθώα, υιοθετούν μια μόνιμα καταστροφολογική ρητορική. Οι πολίτες βομβαρδίζονται καθημερινά από μια διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικότητας, όπου καμία θεσμική λειτουργία δεν αναγνωρίζεται και καμία επιτυχία δεν επιτρέπεται να σκιάσει το κυρίαρχο αφήγημα της παρακμής.
Κι όμως, η ίδια η πρόσφατη ιστορία μάς αποδεικνύει ότι, όταν υπάρχει βούληση, τα «ελληνικά φαινόμενα» μπορούν να εξαφανιστούν μέσα σε μια νύχτα. Απόδειξη αποτελεί η ψηφιακή μεταρρύθμιση του κράτους μέσω του gov.gr, που υλοποίησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Για δεκαετίες, η ελληνική γραφειοκρατία, οι ατελείωτες ουρές στις δημόσιες υπηρεσίες και το «γρηγορόσημο» θεωρούνταν ανίατες παθογένειες, γενετικά αποτυπωμένες στο DNA του κράτους. Η αντισυστημική ρητορική επέμενε ότι η Ελλάδα δεν θα γινόταν ποτέ ένα σύγχρονο κράτος. Η ψηφιοποίηση χιλιάδων υπηρεσιών, όμως, απέδειξε το αντίθετο.
Οι θεσμοί μπορούν να εκσυγχρονιστούν και οι πολίτες να εξυπηρετηθούν με ευρωπαϊκούς όρους, αρκεί να υπάρξουν σχέδιο, συνέχεια και τεχνοκρατική προσέγγιση. Η επιτυχία αυτή απέδειξε ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η «μοίρα» της χώρας, αλλά η έλλειψη πολιτικής βούλησης και οργάνωσης.
Το κόστος του μηδενισμού
Αυτός ο εθισμός στην αντισυστημικότητα κοστίζει ακριβά. Οσο βαφτίζουμε κάθε εγχώρια αστοχία «ελληνικό φαινόμενο», χάνουμε την πολύτιμη ευκαιρία να μελετήσουμε πώς άλλες χώρες αντιμετώπισαν και έλυσαν τα ίδια ακριβώς προβλήματα. Αντί για θεσμική θωράκιση, επιλέγουμε τον αφορισμό. Αντί για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, αναζητούμε αποδιοπομπαίους τράγους για να εκτονώσουμε τη στιγμιαία οργή μας, αφήνοντας τις δομές ανέπαφες μέχρι την επόμενη τραγωδία.
Προφανώς, η Ελλάδα δεν είναι ούτε παράδεισος ούτε κόλαση. Είναι πλέον ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος με προβλήματα, αλλά και με σημαντικές δυνατότητες.