Στον βωμό των εντυπώσεων θυσιάζουν τη σοβαρότητα που απαιτούν τα θέματα διεθνών σχέσεων ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ και ΣΥΡΙΖΑ.

Ο λαϊκισμός γενικά είναι επικίνδυνος. Γιατί διαστρέφει συνήθως την πραγματικότητα και διαβρώνει συνειδήσεις. Σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, όμως, αλλάζει πίστα και οι ευθύνες όσων τον επιλέγουν είναι ακόμη μεγαλύτερες απ’ ό,τι στα λεγόμενα θέματα χαμηλής πολιτικής.

Η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ, της ΕΛΑΣ και του ΣΥΡΙΖΑ στην αμυντική συμφωνία Τουρκίας-Σαουδικής Αραβίας-Πακιστάν, με αίτημα την άμεση επιστροφή των Ελλήνων στρατιωτικών και της πυροβολαρχίας Patriot από το Ριάντ (σ.σ.: από την Κουμουνδούρου), αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα πολιτικής που θυσιάζει τη σοβαρότητα που απαιτούν τα θέματα διεθνών σχέσεων στον βωμό των εντυπώσεων

Πρώτον, η ίδια η συμφωνία δεν έχει καμία αναφορά στην Ελλάδα ούτε στοχεύει ελληνικά συμφέροντα. Πρόκειται για μια ευρύτερη διευθέτηση ασφαλείας ανάμεσα σε τρεις χώρες με τις δικές τους γεωπολιτικές ανησυχίες –κυρίως το Ιράν και η περιφερειακή ισορροπία στη Μέση Ανατολή– και όχι για μια κίνηση εναντίον της Αθήνας. Η αυτόματη μετάφρασή της σε «απειλή» και το αίτημα για αντίμετρα στη Σαουδική Αραβία είναι μια ερμηνεία που δεν στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία, αλλά σε πολιτική σκοπιμότητα

Δεύτερον, η ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Σαουδική Αραβία δεν είναι μια αυθαίρετη ή μονομερής απόφαση. Είναι αποτέλεσμα διμερούς συμφωνίας που εξυπηρετεί συγκεκριμένα ελληνικά συμφέροντα: οικονομικά οφέλη, ενίσχυση διπλωματικών δεσμών με μια σημαντική περιφερειακή δύναμη και αποκόμιση επιχειρησιακής εμπειρίας για τις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις σε πραγματικές συνθήκες αντιαεροπορικής άμυνας. Το αίτημα για άμεση απόσυρση, χωρίς συγκεκριμένη ανάλυση κινδύνου, μοιάζει περισσότερο με αντανακλαστική αντιπολιτευτική κίνηση παρά με τεκμηριωμένη πρόταση εξωτερικής πολιτικής

Τρίτον, υπάρχει μια βαθύτερη αντίφαση στη λογική αυτής της κριτικής. Αν η Ελλάδα έπρεπε να αποσύρεται από κάθε συνεργασία όπου εμπλέκεται με κάποιον τρόπο η Τουρκία –έστω και έμμεσα, μέσω τρίτων χωρών– τότε ουσιαστικά θα έπρεπε να απαγορεύσουμε σε κάθε χώρα του κόσμου να διατηρεί διπλωματικές ή αμυντικές σχέσεις με την Αγκυρα, κάτι παντελώς ανέφικτο και αντιπαραγωγικό. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, έχει σχέσεις με δεκάδες χώρες, και η ύπαρξη μιας τουρκικής υπογραφής σε μια συμφωνία δεν μετατρέπει αυτόματα κάθε άλλο μέρος της σε εχθρό της Ελλάδας. Η λογική «όποιος μιλάει με την Τουρκία είναι εναντίον μας» είναι απλοϊκή και επικίνδυνη, γιατί απομονώνει τη χώρα διπλωματικά αντί να ενισχύει τη θέση της

Επιπλέον, τέτοιου είδους ρητορική τροφοδοτεί ένα εθνικιστικό αφήγημα φόβου, χωρίς να προσφέρει εναλλακτική, ρεαλιστική πρόταση. Το να ζητάς απόσυρση στρατιωτικής δύναμης «άμεσα», χωρίς σχέδιο αντικατάστασης της συμφωνίας ή αξιολόγηση των συνεπειών σε διεθνές επίπεδο είναι πολιτική επικοινωνίας, όχι διακυβέρνησης. Μια σοβαρή αντιπολίτευση θα έθετε ερωτήματα, θα ζητούσε ενημέρωση από την κυβέρνηση, θα αξιολογούσε τα δεδομένα, δεν θα εξέδιδε ανακοινώσεις πανικού με αφορμή κάθε διπλωματική κίνηση τρίτων χωρών.

Διπλωματική σύγχυση

Η υπερβολική δραματοποίηση τέτοιων ζητημάτων μπορεί να έχει πραγματικό κόστος: υπονομεύει την αξιοπιστία της χώρας ως σταθερού συμμάχου, δημιουργεί σύγχυση στους διεθνείς εταίρους για το ποια είναι η πραγματική ελληνική θέση και τροφοδοτεί μια εσωστρεφή αντίληψη διεθνών σχέσεων που δεν αντιστοιχεί στην πολυπλοκότητα της σύγχρονης γεωπολιτικής. 

Δεν είναι η πρώτη φορά που η αντιπολίτευση καταφεύγει σε αυτήν τη συνταγή. Τα τελευταία χρόνια ακολουθείται ένα σταθερό και οξύμωρο μοτίβο: τα κόμματα αντιτίθεται συστηματικά σε κάθε διεθνή παρουσία ή στρατιωτική αποστολή της χώρας –από τους Patriot στη Σαουδική Αραβία μέχρι τις επιχειρήσεις στην Ερυθρά Θάλασσα– καταγγέλλοντας την Ελλάδα ως «πρόθυμο σύμμαχο». Αλλά, μόλις οι σύμμαχοι ή οι περιφερειακοί παίκτες αναζητήσουν παράλληλες ισορροπίες με την Αγκυρα, τα ίδια κόμματα ζητάνε τα ρέστα, εγκαλώντας την κυβέρνηση επειδή οι διεθνείς εταίροι «λογαριάζουν περισσότερο την Τουρκία».

Δεν μπορείς, όμως, να απαιτείς γεωπολιτικό εκτόπισμα όταν επιλέγεις τη λογική του παρατηρητή. Η διπλωματική ισχύς δεν χτίζεται με απομονωτισμό, αλλά με ενεργή παρουσία, συμμαχίες και συνέπεια εκεί όπου διαμορφώνονται οι διεθνείς συσχετισμοί. 

Οι μεταγραφές του Αλέξη... 

Η προσχώρηση του Σωκράτη Φάμελλου και της Ολγας Γεροβασίλη στην ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα είναι πλέον θέμα χρόνου. Αφού συνέβαλαν στην απαξίωση και τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, εγκαταλείπουν το «βυθιζόμενο σκάφος» αναζητώντας μια σανίδα σωτηρίας. Το ερώτημα είναι γιατί να τους κατεβάσει από τον εξώστη ο πρώην πρωθυπουργός; Η μεταπήδησή τους στο νέο εγχείρημα δεν συνιστά ανανέωση σε καμία περίπτωση. 

Ομως, ελλείψει νέων προσώπων, ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να συμβιβάζεται με την ανακύκλωση προσώπων, παρά τον κίνδυνο να μεταφερθούν οι παθογένειες του παρελθόντος στο νέο κόμμα.

…και η απάντηση της Ρένας 

Η Ρένα Δούρου ως απάντηση επιλέγει να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με την «παλιά φρουρά» της Αριστεράς, στρεφόμενη προς την πλευρά του Νίκου Φίλη, του Νίκου Βούτση και του Δημήτρη Παπαδημούλη. 

Στελέχη που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα πεπραγμένα της περιόδου 2015-2019, κρίθηκαν και αποδοκιμάστηκαν από την κοινωνία στις κάλπες, επιχειρείται τώρα να εμφανιστούν ως θεματοφύλακες της ιδεολογικής συνέπειας. Η προσκόλληση σε πρόσωπα που έχουν ταυτιστεί με τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές του χώρου επιβεβαιώνει τη δομική αδυναμία παραγωγής νέου πολιτικού λόγου και ανάδειξης νέων στελεχών στον χώρο της Αριστεράς. 

Αντί για ουσιαστική ανανέωση, επιλέγεται ξανά η βολική ανακύκλωση στελεχών από τις προηγούμενες δεκαετίες, εγκλωβίζοντας κάθε προοπτική στις αγκυλώσεις και τις αποτυχίες του παρελθόντος.

Σκούρα τα πράγματα 

Το μόνο θετικό για το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού είναι ότι στην καρδιά του καλοκαιριού όπου βρισκόμαστε δεν γίνονται δημοσκοπήσεις. Αλλιώς, θα έδειχναν την Ελπίδα ξεκάθαρα κάτω του ορίου του 3%, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών των κοινωνικών ερευνών.

Οι αποχωρήσεις έχουν οδηγήσει στην πλήρη απομυθοποίηση του νέου πολιτικού φορέα, που ήρθε στην πολιτική ζωή βασιζόμενος στην υψηλή δημοφιλία της προέδρου του. Αλλά ο κόσμος τη στήριζε σε άλλα συμφραζόμενα και σε άλλον ρόλο. 

Ως πολιτικός μάλλον κρίνεται αρνητικά από την πλειοψηφία των πολιτών, αλλά και από αρκετούς που την πίστεψαν και την ακολούθησαν.