Της Δήμητρας Καντεράκη*

Πολλοί λοιδορούν, άλλοι, αρκετοί, αδιαφορούν, κάποιοι αμετανόητοι εγκαλούν. Ο λόγος για την περαιτέρω μείωση του δημόσιου ελληνικού χρέους μέσω πρόωρης αποπληρωμής.

Το ύψος αυτής; Περί τα 13 δισ. ευρώ, ακολουθώντας εκείνη των 6,9 δισ. ευρώ που έγινε τον περασμένο Ιούνιο.

Η κυβέρνηση συνεχίζει στον δρόμο που έχει χαράξει ήδη από το 2022. Η αρχή έγινε με την πρόωρη αποπληρωμή δόσεων των επόμενων δύο ετών και το ίδιο συνεχίστηκε και το 2024, οπότε και καταβλήθηκαν πρόωρα δόσεις που αφορούσαν την περίοδο από το 2026 έως και το 2028.

Να θυμίσουμε ότι, στα τέλη του 2025, η χώρα μας αποπλήρωσε νωρίτερα δάνεια που είχε λάβει από τη Γαλλία, με ημερομηνία λήξης έως και το 2041.

Αποπληρώνει, δηλαδή, πρόωρα μέρος των δανειακών της υποχρεώσεων, πετυχαίνοντας δύο ουσιαστικούς στόχους και υλοποιώντας απαρέγκλιτα μια υπόσχεση κεφαλαιώδους σημασίας που έχει θέσει.

Και εξηγούμαστε.

Πρώτος και ουσιαστικός στόχος είναι η καλή διαχείριση των δημοσιονομικών μας. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου είχαμε συνηθίσει να ζούμε με δανεικά και να περνάμε καλά, πολλοί θα το χλευάσουν.

Και όμως, η αλήθεια σήμερα είναι διαφορετική.

Πλέον, το κράτος μας ξοδεύει λιγότερα από όσα εισπράττει. Τα δημοσιονομικά, πάσης φύσεως, έξοδα δεν υπερβαίνουν τα έσοδά του. Και η πρόωρη αποπληρωμή δόσεων μάς γλιτώνει από την καταβολή σημαντικού ύψους μελλοντικών τόκων.

Απώτερος στόχος; Η συνεχής μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, έως τα τέλη του χρόνου κάτω από το 137%, χαμηλότερα από εκείνο της Ιταλίας, και προς τα μέσα της δεκαετίας του 2030 κάτω από το 100%.

Ένα σημείο ισορροπίας και βιωσιμότητας.

Δεύτερος και εξίσου σημαντικός στόχος είναι η συνεχής ενδυνάμωση της αξιοπιστίας της πατρίδας μας.

Το πρώτο χρονικό ορόσημο που έδειξε ότι κάτι αλλάζει στον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι βλέπουν τη χώρα μας ήταν στα τέλη του 2023, όταν η Ελλάδα ανέκτησε την επενδυτική της βαθμίδα, σύμφωνα με τις εκθέσεις των οίκων αξιολόγησης.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος χρεοκοπίας της χώρας μας μειώθηκε σημαντικά, μετατρέποντάς την σε έναν ελκυστικό επενδυτικό προορισμό.

Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί τη σταθερότητα και την αξιοπιστία της χώρας, θέτοντας τις βάσεις για αύξηση των επενδύσεων, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αύξηση του κατώτατου και του μέσου μισθού, μείωση φόρων και σταδιακή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Ταυτόχρονα, προσφέρει μεγαλύτερη αντοχή απέναντι σε οικονομικούς κλυδωνισμούς που προκαλούνται από εξωγενείς παράγοντες, όπως σήμερα ο πόλεμος στο Ιράν, ενώ δημιουργεί τη δυνατότητα για δημοσιονομικές παρεμβάσεις με στόχο τη στήριξη των εισοδημάτων και τη λήψη μέτρων για τη συγκράτηση του πληθωρισμού.

Στο τέλος της ημέρας, όμως, αυτό που έχει σημασία είναι όλα τα παραπάνω να αποτελούν τα εργαλεία και τα μέσα για την υλοποίηση της υπόσχεσης που έχει δοθεί: η χώρα μας να μη υποθηκεύει το μέλλον των παιδιών της.

Δεν μεταφέρουμε τα προβλήματά μας στο μέλλον, ώστε να έρθουν αντιμέτωπα με αυτά τα παιδιά μας. Τα επιλύουμε σήμερα.

Αντιμετωπίζουμε τις καθημερινές παγκόσμιες προκλήσεις και, ταυτόχρονα, μειώνουμε τα κακώς κείμενα του παρελθόντος.

Υπάρχει όμως και μία ακόμη σημαντική παράμετρος που θα πρέπει να αναδειχθεί: κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να προκύψει αύριο.

Και γι’ αυτό, ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσεις το άγνωστο είναι να είσαι έτοιμος σήμερα και να κάνεις συνετή διαχείριση.

Όλοι μπορούμε πολύ εύκολα να δώσουμε υποσχέσεις, να προβούμε σε παροχολογία, να μοιράσουμε χρήματα και να κάνουμε το σήμερα να φαντάζει πιο ελκυστικό και πιο εύκολο.

Γιατί η αλήθεια είναι πως τα προβλήματα είναι πολλά και η αντιμετώπισή τους δύσκολη.

Η ακρίβεια, το δημογραφικό, οι αγκυλώσεις του κράτους και η φοροδιαφυγή είναι μερικά μόνο από τα πεδία στα οποία πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης.

Το θέμα είναι οι υποσχέσεις να τηρούνται. Τα λόγια να γίνονται πράξεις και έργα.

Και το θετικό αποτύπωμα αυτών των έργων να αντανακλάται σε ό,τι πολυτιμότερο έχουμε: τα παιδιά μας.


Η Δήμητρα Καντεράκη είναι Οικονομολόγος και Πολιτεύτρια Νοτίου Τομέα Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία.