Η αγωνία της ΕΛ.Α.Σ για την εικόνα των επόμενων δημοσκοπήσεων, το «ταβάνι» που επιχειρούν να ξορκίσουν και το rebranding του Αλέξη Τσίπρα χωρίς την αντίστοιχη αυτοκριτική για την προηγούμενη διακυβέρνηση.

Εβδομάδα δημοσκοπήσεων είναι αυτή που έρχεται και, όπως φαίνεται, στην ΕΛ.Α.Σ. περιμένουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εικόνα που θα διαμορφωθεί μετά τη ΔΕΘ. Η συζήτηση γύρω από την τελευταία μέτρηση της PRORATA, την απόσταση από τη Νέα Δημοκρατία και κυρίως την εκτίμηση ότι «καταρρέει το αφήγημα» του υποτιθέμενου ταβανιού για τον Αλέξη Τσίπρα, δείχνει πως οι επόμενες έρευνες έχουν αποκτήσει ξεχωριστή σημασία για το νέο εγχείρημα.

Και ίσως αυτό να είναι πιο αποκαλυπτικό από τους ίδιους τους αριθμούς. Γιατί πίσω από την αγωνία για το πού θα καταγραφεί η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται το βασικό πρόβλημα του rebranding του Αλέξη Τσίπρα: να εμφανιστεί ως κάτι νέο χωρίς να έχει προηγηθεί η αντίστοιχη πολιτική αυτοκριτική για το παλιό.

Το «ταβάνι» και η πραγματική αγωνία

Η αναφορά στο «ταβάνι» του Τσίπρα μόνο τυχαία δεν είναι. Αντίθετα, δείχνει ποιο είναι το βασικό ερώτημα που απασχολεί το νέο εγχείρημα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει;

Η μεγαλύτερη διείσδυση στην Αριστερά είναι ένα πρώτο ζητούμενο και το ίδιο το δημοσίευμα αναγνωρίζει ότι αυτός ήταν εξαρχής ο στόχος: να συσπειρωθεί το κοινό που άφησε πίσω του ο ΣΥΡΙΖΑ το 2023 και να υπάρξουν απώλειες από τις υπόλοιπες δυνάμεις του χώρου.

Όμως αυτό δεν αρκεί για να λυθεί το πρόβλημα της διεύρυνσης.

Το πραγματικό στοίχημα είναι το κοινό πέρα από την Αριστερά. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η δυσκολία.

Το rebranding δεν συνοδεύτηκε από αυτοκριτική

Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επιστρέψει στην κεντρική πολιτική σκηνή με νέο πολιτικό σχήμα και διαφορετική εικόνα. Αυτό είναι το rebranding.

Εκείνο που δεν έχει εμφανιστεί με την ίδια ένταση είναι η αυτοκριτική.

Γιατί το rebranding ενός πρώην πρωθυπουργού δεν μπορεί να περιορίζεται στην αλλαγή της πολιτικής ταυτότητας που θέλει να παρουσιάσει σήμερα. Συνοδεύεται αναγκαστικά από την αποτίμηση της προηγούμενης διαδρομής.

Και αυτή η αποτίμηση δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.

Ο Τσίπρας κυβέρνησε τη χώρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ άφησε πίσω του μια συγκεκριμένη περίοδο διακυβέρνησης και ο ίδιος έχει ήδη κριθεί εκλογικά γι’ αυτήν. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί σήμερα μια νέα πολιτική εικόνα δεν σημαίνει ότι διαγράφεται και η προηγούμενη.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κενό που αφήνει το rebranding: ποια είναι η αυτοκριτική του ανθρώπου που ζητά να αξιολογηθεί ξανά;

Η μνήμη του ψηφοφόρου δεν γίνεται rebranding

Στο νέο αφήγημα υπάρχει εμφανώς η προσδοκία ότι η πολιτική συζήτηση μπορεί να μετατοπιστεί από τον Τσίπρα της προηγούμενης περιόδου στον Τσίπρα της νέας εποχής.

Μόνο που η πολιτική μνήμη δεν αλλάζει μαζί με την ονομασία ενός κόμματος.

Ο ψηφοφόρος γνωρίζει ποιος κυβέρνησε, γνωρίζει τι προηγήθηκε και έχει ήδη σχηματίσει άποψη. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να του παρουσιαστεί ένας διαφορετικός Τσίπρας μέσα από ένα διαφορετικό πολιτικό περιτύλιγμα, αλλά να εξηγηθεί τι διαφορετικό έμαθε ο ίδιος από την προηγούμενη διαδρομή του.

Αυτό είναι που θα μπορούσε να δώσει ουσία στο rebranding.

Χωρίς αυτό, παραμένει κυρίως επικοινωνιακή αλλαγή.

Η Αριστερά είναι η εύκολη πλευρά του εγχειρήματος

Το ίδιο το δημοσίευμα περιγράφει με σαφήνεια τη στρατηγική: μεγαλύτερη διείσδυση στην Αριστερά, συσπείρωση του παλιού ακροατηρίου και άντληση δυνάμεων από ΚΚΕ, Νέα Αριστερά, ΜέΡΑ25 και τον ευρύτερο χώρο.

Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι.

Το δύσκολο είναι το επόμενο βήμα που επίσης αναγνωρίζεται στο παρασκήνιο: η προσπάθεια προσέγγισης του κεντρώου ακροατηρίου.

Εκεί όμως δεν αρκεί η συσπείρωση. Χρειάζεται πειστική απάντηση στο γιατί ο ψηφοφόρος που βρίσκεται έξω από τον παραδοσιακό χώρο του Τσίπρα θα επιλέξει το νέο εγχείρημα.

Και όσο δεν υπάρχει καθαρή αυτοκριτική, το ερώτημα παραμένει.

Η προσδοκία από τις εξελίξεις των άλλων

Και κάπου εδώ χωράει και η αναφορά στις πιθανές εξελίξεις στη δεξιά πλευρά του πολιτικού σκηνικού. Η συζήτηση για ένα ενδεχόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά έχει προφανώς ενδιαφέρον για όλους τους πολιτικούς χώρους, καθώς θα μπορούσε να επηρεάσει τους συσχετισμούς.

Για την ΕΛ.Α.Σ., όμως, υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση: κάθε ανακατάταξη στους αντιπάλους μπορεί να διευκολύνει την προσπάθεια να περιοριστεί το λεγόμενο «ταβάνι».

Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο του παρασκηνίου.

Γιατί ένα εγχείρημα που θέλει να εμφανιστεί ως νέα μεγάλη πολιτική δύναμη θα πρέπει να πείσει ότι μπορεί να διευρυνθεί επειδή έχει κάτι νέο να προτείνει και όχι επειδή οι αντίπαλοί του μπορεί να αντιμετωπίσουν εσωτερικές ανακατατάξεις.

Το πραγματικό τεστ για την ΕΛ.Α.Σ.

Οι επόμενες δημοσκοπήσεις θα δείξουν ασφαλώς ποια είναι η εικόνα μετά τη ΔΕΘ. Θα δείξουν εάν η σημερινή δυναμική επιβεβαιώνεται και ποιο είναι το πραγματικό εύρος της επιρροής της ΕΛ.Α.Σ.

Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, παραμένει πολιτικό και όχι δημοσκοπικό.

Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας να ξεπεράσει τα όρια της παλιάς εκλογικής του βάσης χωρίς να κάνει τον απαραίτητο απολογισμό της προηγούμενης διακυβέρνησης;

Γιατί το rebranding μπορεί να αλλάξει την εικόνα ενός πολιτικού εγχειρήματος. Δεν μπορεί όμως από μόνο του να αλλάξει τη μνήμη του ψηφοφόρου.

Και ίσως γι’ αυτό οι επόμενες δημοσκοπήσεις να έχουν για την ΕΛ.Α.Σ. μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο δείχνουν απλώς οι αριθμοί τους.