Η πρόταση της ΕΛ.Α.Σ. για αύξηση φορολογίας μερισμάτων επαναφέρει τη συζήτηση για αναδιανομή, λαϊκισμό και το οικονομικό αφήγημα Αλέξη Τσίπρα.
Η νέα πρόταση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης για αύξηση της φορολογίας στα μερίσματα από 5% σε 15% επαναφέρει στο προσκήνιο το γνωστό οικονομικό αφήγημα που συνδέεται με τον Αλέξη Τσίπρα, γύρω από την αναδιανομή πλούτου, την «κοινωνική δικαιοσύνη» και την επιβάρυνση των υψηλότερων εισοδημάτων ως βασικό εργαλείο δημοσιονομικής πολιτικής. Σε μια περίοδο που η συζήτηση για την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας παραμένει κρίσιμη, η πρόταση αυτή αναζωπυρώνει τη διαχρονική αντιπαράθεση γύρω από τα όρια της φορολογικής επιβάρυνσης και το κατά πόσο η πολιτική μπορεί να υποκαταστήσει τη δυναμική της αγοράς με παρεμβατικά μέτρα αναδιανομής.
Κάθε φορά που ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται στο οικονομικό προσκήνιο, το μοτίβο μοιάζει γνώριμο μέχρι σημείου ρουτίνας. Στο επίκεντρο τίθεται ξανά η ιδέα ότι η αύξηση των φόρων στους «πλουσιότερους» αποτελεί τον βασικό μηχανισμό για τη χρηματοδότηση κοινωνικών πολιτικών και την άμβλυνση των ανισοτήτων. Η συγκεκριμένη πρόταση για τα μερίσματα δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από αυτή τη λογική, παρά μόνο σε επίπεδο συντελεστών και τεχνικών λεπτομερειών, επιβεβαιώνοντας μια σταθερή πολιτική προσέγγιση που αντιμετωπίζει τη φορολογία ως κύριο εργαλείο αναδιανομής.
Το ερώτημα που επανέρχεται, ωστόσο, είναι κατά πόσο αυτή η στρατηγική μπορεί να λειτουργήσει ως κινητήρια δύναμη ανάπτυξης ή αν παραμένει εγκλωβισμένη σε μια λογική ανακύκλωσης πόρων, όπου η οικονομική μεγέθυνση θεωρείται δευτερεύουσα παράμετρος έναντι της αναδιανομής.
Η γνώριμη συνταγή της αναδιανομής
Η πρόταση για αύξηση της φορολογίας στα μερίσματα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικής σκέψης που επανέρχεται διαρκώς στο δημόσιο λόγο του χώρου που εκπροσωπεί ο Αλέξης Τσίπρας. Η λογική είναι απλή και επαναλαμβανόμενη: αύξηση επιβαρύνσεων στα υψηλότερα εισοδήματα με στόχο τη χρηματοδότηση κοινωνικών παρεμβάσεων και τη μείωση των ανισοτήτων.
Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη χρήση της ίδιας εργαλειακής προσέγγισης δημιουργεί και ένα πολιτικό ερώτημα αξιοπιστίας. Όταν η οικονομική πολιτική περιορίζεται κυρίως σε μεταβολές φορολογικών συντελεστών, χωρίς αντίστοιχη έμφαση στην παραγωγική βάση και την επενδυτική δραστηριότητα, τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από την ανάπτυξη στη διαχείριση της υπάρχουσας πίτας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση δεν λειτουργεί απλώς ως τεχνική παρέμβαση, αλλά ως επαναβεβαίωση ενός συγκεκριμένου πολιτικού αφηγήματος που αντιμετωπίζει την αναδιανομή όχι ως αποτέλεσμα ανάπτυξης, αλλά ως υποκατάστατό της. Και αυτό είναι το σημείο όπου η οικονομική θεωρία συναντά την πολιτική ιδεολογία — με τρόπο που σπάνια αφήνει ουδέτερους παρατηρητές.