Τα στελέχη του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα διαφημίζουν τις τελευταίες ημέρες ένα ακόμη σχέδιο κοινωνικής δικαιοσύνης.
Υπόσχονται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από τη φορολόγηση της πολυτελούς διαβίωσης. Στο στόχαστρο μπαίνουν οι πισίνες, τα ακριβά αυτοκίνητα και τα κότερα. Είναι η γνωστή συνταγή της αριστεράς. Όταν οι αριθμοί δεν βγαίνουν, εμφανίζεται πάντα ένας πλούσιος που θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Πρόσφατα στη Νέα Υόρκη, ο σοσιαλιστής δήμαρχος Ζοχράν Μαμντάνι υποσχέθηκε δωρεάν λεωφορεία για όλους. Το σύνθημα ακούστηκε ωραίο. Οι ψηφοφόροι το χειροκρότησαν. Όταν όμως ήρθε η ώρα της εφαρμογής, εμφανίστηκαν οι λογαριασμοί, τα θεσμικά εμπόδια και η έλλειψη χρηματοδότησης. Η μεγάλη εξαγγελία περιορίστηκε σε πιλοτικά σχέδια και αναζητήσεις πόρων. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο ισχυρή από την προεκλογική φαντασία.
Η υπόθεση Μαμντάνι είναι διδακτική. Δείχνει πόσο εύκολο είναι να μοιράζεις παροχές από το βήμα μιας προεκλογικής συγκέντρωσης και πόσο δύσκολο είναι να τις υλοποιήσεις όταν έρθει η ώρα των αποφάσεων. Τα ελλείμματα δεν εξαφανίζονται με συνθήματα και οι κρατικοί προϋπολογισμοί δεν ισοσκελίζονται με ευχές. Γι’ αυτό και οι εξαγγελίες περί φορολόγησης των «πλουσίων» ακούγονται συχνά πιο πειστικές πριν από τις εκλογές παρά μετά.
Κάτι ανάλογο θυμίζουν και οι σημερινές προτάσεις της ΕΛ.Α.Σ. Η φορολόγηση των «πλουσίων» παρουσιάζεται ξανά ως η μαγική λύση που θα χρηματοδοτήσει παροχές, δωρεάν υπηρεσίες και κοινωνικές πολιτικές. Μόνο που η οικονομία δεν λειτουργεί με συνθήματα. Και οι επενδύσεις δεν περιμένουν υπομονετικά να γίνουν στόχος μιας ακόμη εκστρατείας ταξικού συμβολισμού. Όσοι υπόσχονται εύκολα έσοδα από μια χούφτα εύπορων πολιτών συνήθως ανακαλύπτουν ότι τα δημόσια οικονομικά είναι πολύ πιο περίπλοκα.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση. Η διάσταση της πολιτικής μνήμης. Διότι όταν ακούς στελέχη του κόμματος Τσίπρα να υπόσχονται φοροεπιδρομές στα κότερα, είναι αδύνατον να μην επιστρέφει στο μυαλό η πιο διάσημη θαλαμηγός της μεταπολιτευτικής πολιτικής ιστορίας.
Οι διακοπές του τότε πρωθυπουργού στο «Odyssey» της οικογένειας Παναγοπούλου, λίγες ημέρες μετά την εθνική τραγωδία στο Μάτι, δεν αποτέλεσαν απλώς μια επικοινωνιακή ατυχία. Έγιναν σύμβολο μιας αντίφασης που τον συνοδεύει μέχρι σήμερα. Τόσο ισχυρό σύμβολο, ώστε να γεννήσει την ιστορική ατάκα του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή: «Νάτος, νάτος ο Τσίπρας ο σκαφάτος». Μια φράση που συμπύκνωσε σε λίγες λέξεις την απόσταση ανάμεσα στην αντικαπιταλιστική ρητορική και την άνεση της συναναστροφής με την οικονομική ελίτ.
Και εδώ η ειρωνεία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να βαφτίσει το βιβλίο και το αφήγημα της πολιτικής του επιστροφής «Ιθάκη». Θέλησε να εμφανιστεί ως ένας σύγχρονος Οδυσσέας που ολοκλήρωσε την περιπλάνησή του και επιστρέφει για μια νέα πολιτική διαδρομή. Μόνο που πριν από την Ιθάκη προηγείται πάντα η Οδύσσεια. Και στη δική του περίπτωση η Οδύσσεια είχε ήδη όνομα. Λεγόταν «Odyssey» και έπλεε στα νερά του Ιονίου.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό πρόβλημα των νέων εξαγγελιών. Δεν είναι μόνο ότι θυμίζουν τις ουτοπίες του Μαμντάνι. Είναι ότι σκοντάφτουν πάνω στην ίδια την ιστορία του εμπνευστή τους. Και όταν ο πολιτικός που έμεινε γνωστός ως «σκαφάτος» υπόσχεται να φορολογήσει τα κότερα, η σάτιρα γράφεται σχεδόν μόνη της.